ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ




Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ο εθνικιστής Κεμάλ και η γενοκτονία των Ποντίων


Ο εθνικιστής Κεμάλ και η γενοκτονία των Ποντίων

ΒΛ. ΑΓΤΖΙΔΗΣ
Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου πριν από λίγες ημέρες, στις 3 Μαΐου, κατά την πτήση από Νέα Υόρκη προς Αθήνα, όταν είδα το ιστορικό αφιέρωμα των «Νέων Εποχών» για τις γενοκτονίες. Επέστρεφα μαζί με άλλους συναδέλφους από την επιστημονική συνάντηση που έλαβε χώρα στη Βοστώνη την Πρωτομαγιά με θέμα: «Pontian Genocide as Part of the Holocaust in Asia Minor». Η έκπληξη ήταν θετική, γιατί επιτέλους ανοίγει ένας διάλογος για φαινόμενα, όπως οι γενοκτονίες και οι εθνικές εκκαθαρίσεις, τα οποία αποτελούν κύρια συστατικά των συνθηκών που οδήγησαν στη διαμόρφωση του νεότερου Ελληνισμού. Εξάλλου αντίστοιχοι προβληματισμοί, όπως οι προσπάθειες αναθεώρησης της ιστορίας από την πλευρά των δραστών και των δικαιωμάτων των θυμάτων, μας απασχόλησαν στο συνέδριο της Βοστώνης. Επίσης μας απασχόλησε ιδιαιτέρως η πρωτότυπη εμπειρία ενός προσφυγικού πληθυσμού που καταφεύγει σε ομοεθνές κράτος, το οποίο όμως θεμελιώνει την εξωτερική του πολιτική στις καλές σχέσεις με τους δράστες. Κατά συνέπεια, μας απασχόλησαν οι σχέσεις όσων επέζησαν ως πρόσφυγες με την ομοεθνή κρατική εξουσία, οι ποικίλες προσπάθειες εξαφάνισης της ιστορικής μνήμης, καθώς και τα αίτια της κραυγαλέας απόκρυψης όχι μόνο των ιστορικών γεγονότων, αλλά και ολόκληρων προσφυγικών πληθυσμών που είχαν καταφύγει σε άλλες χώρες, όπως στη Σοβιετική Ενωση.
Τα προβλήματα που προκύπτουν για την ελληνική ιστοριογραφία είναι πολλά και ιδιαίτερα. Αυτή τη στιγμή όμως το βασικό πρόβλημα δεν είναι η διερεύνηση των παραμέτρων που προαναφέρθηκαν, αλλά η παραδοχή αυτού του ίδιου του ιστορικού γεγονότος. Και αυτό τη στιγμή που ο πρέσβης της Τουρκίας στην Αυστραλία προσπαθεί εναγωνίως να κλείσει το Centre for Comparative Genocide Studies του Macquarie University, γιατί διαθέτει ερευνητικό τμήμα για την ποντιακή γενοκτονία και το μικρασιατικό ολοκαύτωμα.

Οι «λευκές σελίδες»

Η γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού, όπως και η γενοκτονία στην υπόλοιπη Μικρά Ασία αποτελούν τα δραματικά αποτελέσματα της προσπάθειας του τουρκικού εθνικισμού για μετατροπή του πολυεθνικού οθωμανικού χώρου σε εθνικό τουρκικό. Μια μετατροπή, η οποία χρησιμοποίησε ως εργαλείο την τουρκική γραφειοκρατία και τον στρατό, εφόσον η τουρκική αστική τάξη ήταν ανύπαρκτη. Οι Ελληνες στη Μικρά Ασία (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και στην Ανατολική Θράκη ήταν 2.601.312 πριν από το 1914 με βάση τις οθωμανικές στατιστικές, τη στιγμή που ο συνολικός οθωμανικός πληθυσμός μόλις πλησίαζε τα 9,5 εκατομμύρια. Η επόμενη καταμέτρησή τους έγινε στην Ελλάδα το 1928, ως προσφύγων αυτή τη φορά, και βρέθηκαν να είναι 1.221.849.
Η μοίρα τους είχε προδιαγραφεί από το 1908, μετά το κίνημα των Νεοτούρκων. Οι Νεότουρκοι αρνήθηκαν ότι υπήρχε εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και επέλεξαν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης των εθνικών κοινοτήτων. Το 1911 αποφάσισαν σε συνέδριό τους την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται... Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Αρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία... Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία».
Το 1914 άρχισαν οι μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης. Το 1915 έγινε η γενοκτονία των Αρμενίων με ενάμιση εκατομμύριο νεκρούς. Το 1916 άρχισε η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο με 350.000 νεκρούς ως το 1924, ενώ στις περιοχές τους δεν έγινε ποτέ πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Σε διπλωματικό έγγραφο της εποχής, του αυστριακού υπουργού Εξωτερικών προς το Βερολίνο, αναφέρονται τα εξής: «Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου να εξοντώσει τους Ελληνες ως εχθρούς του κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, από τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και στον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τουρκικά τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα, τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων».

Η ελλαδική παρουσία

Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας προοιωνίζεται την αντικατάστασή της από έθνη-κράτη (Τουρκία στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, Ιωνία και Ανατολική Θράκη ενωμένα με την Ελλάδα, Αρμενία, Κουρδιστάν και πιθανόν ανεξάρτητος Πόντος) με βάση τους πληθυσμούς. Οι Ελληνες, οι οποίοι ήταν περισσότεροι από το ένα τέταρτο του συνολικού οθωμανικού πληθυσμού, με τη Συνθήκη των Σεβρών βρέθηκαν να ελέγχουν το ένα έκτο του οθωμανικού εδάφους, ενώ εξαιρέθηκε το έδαφος του Πόντου. Η προοπτική αυτή, που διασφάλιζε εν μέρει τους πληθυσμούς από την πλήρη εξόντωση, δεν υλοποιήθηκε τελικά. Η ελλαδική παρουσία στην Ιωνία την περίοδο 1919-1922 ουδόλως ανέτρεψε τα όσα είχαν δρομολογηθεί από το 1908. Ο τουρκικός εθνικισμός, με την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, έδωσε την ύστατη μάχη του, βοηθούμενος από τους μπολσεβίκους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους, τον μουσουλμανικό κόσμο και τον ελληνικό διχασμό. Οι Αμερικανοί υποστήριζαν την ακεραιότητα της Τουρκίας προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό προτεκτοράτο.

Ηθελημένη εξολόθρευση

Ο Κεμάλ Ατατούρκ (δηλαδή ο Πατέρας των Τούρκων) ήταν ο εκφραστής της οθωμανικής γραφειοκρατίας και των στρατοκρατών, οι οποίοι διαφωνούσαν με την επίλυση του εθνικού προβλήματος με βάση τα δικαιώματα των εθνοτήτων. Το κεμαλικό κίνημα χαρακτηριζόταν από φανατικό, επιθετικό και επεκτατικό εθνικισμό. Οπως γράφει ο Νίκος Ψυρρούκης: «Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μάς πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού... Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών».
Το τέλος του 1921 σφραγίστηκε από τις φοβερές ωμότητες στον μικρασιατικό Πόντο. Ο βρετανός αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη σερ Horace Rumbold πληροφορεί τον υπουργό Εξωτερικών Curzon: «Οι Τούρκοι φαίνεται ότι δρουν βάσει προμελετημένου σχεδίου για την εξόντωση των μειονοτήτων... Ολοι οι άνδρες ηλικίας άνω των 15 ετών της περιφερείας Τραπεζούντος και της ενδοχώρας εκτοπίστηκαν στα εργατικά τάγματα του Ερζερούμ, Καρς και Σαρήκαμις».
Βασισμένος σε μια σειρά επισήμων αναφορών ο βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων (House of Commons. The Parliamentary Debates, Fifth Series, τόμ. 157): «...(στον Πόντο) δεκάδες χιλιάδες (Ελληνες) άνδρες, γυναίκες και παιδιά απελαύνονταν και πέθαιναν. Ηταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση. "Εξολόθρευση" δεν είναι δικιά μου λέξη. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Αμερικανική Αποστολή».
Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ στο βιβλίο του The World Crisis, τόμ. V, γράφει: «... οι φοβεροί εκτοπισμοί των Ελλήνων από την Τραπεζούντα και τη Σαμψούντα, που είχαν γίνει το φθινόπωρο του 1921, έφταναν τώρα για πρώτη φορά στην Ευρώπη». Ο αμερικανός ταγματάρχης Γιόουελ δίνει μια εικόνα του μικρασιατικού Πόντου το 1921: «Πτώματα, πτώματα σε όλο το μήκος της πορείας των εκτοπιζομένων... Φρίκη και πτώματα». Ενώ ο αμερικανός δημοσιογράφος Γκίμπονς γράφει: «Η πεδιάδα της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων».

Η τελευταία πράξη του δράματος

Ακόμη και οι σοβιετικοί απεσταλμένοι, οι οποίοι έχουν πλήρη γνώση των τουρκικών ωμοτήτων κατά των Ελλήνων, δεν μπορούν να κρύψουν τον αποτροπιασμό τους για τα φρικτά εγκλήματα των συμμάχων τους. Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Αγκυρα, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του που κυκλοφόρησαν το 1960 στη Μόσχα με τον τίτλο Vospominaniya Sovietskovo Diplomata 1922-1923, ενημερώνεται στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Ελληνες που είχαν σφαγιαστεί, «βάρβαρα σκοτωμένους Ελληνες ­ γέρους, παιδιά, γυναίκες». Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι πρόκειται να συναντήσει: «... πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους».
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούνζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπόψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μη θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου...».
Η τελευταία πράξη του δράματος γράφτηκε στη Σμύρνη, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, τον Σεπτέμβριο του 1922, κάτω από τα απαθή βλέμματα των συμμάχων μας και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει, εγκαταλείποντας τους Ελληνες της Ιωνίας στο έλεος των κεμαλικών στρατευμάτων. Οπως γράφει ο Γουίνστον Τσόρτσιλ: «Ο Κεμάλ γιόρτασε τον θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή τού εκεί χριστιανικού πληθυσμού».
Είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό για τη συγκρότηση της σύγχρονης νεοελληνικής επιστήμης αλλά και της ταυτότητας των Νεοελλήνων γενικότερα το ότι η ιστορική έρευνα στο συγκεκριμένο γεγονός της γενοκτονίας των Ελλήνων στον μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1914-1924 απασχόλησε μόνο ιστορικούς και ερευνητές που προέρχονταν από την ομάδα των θυμάτων. Και αυτό παρ' ότι τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που τεκμηρίωναν το έγκλημα της γενοκτονίας είχαν πρωτοδημοσιευθεί στην Αθήνα το 1962 από τον καθηγητή κ. Πολυχρόνη Ενεπεκίδη με τον τίτλο «Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918) βάσει των ανεκδότων εγγράφων και κρατικών αρχείων της Αυστροουγγαρίας». Ας μην αναφέρουμε βεβαίως ότι η ίδια η φυσική παρουσία των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο αποτελούσε την καλύτερη και προκλητικότερη πηγή. Αρα η απουσία σοβαρής ερευνητικής δραστηριότητας δεν οφείλεται στην έλλειψη πηγών, αλλά σε συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική επιλογή. Αλλά το γεγονός ότι η πολιτική του ελληνικού κράτους υπήρξε εξαρχής αναθεωρητική, προτού καν υπάρξει τέτοια «ανάγκη», καθώς και η απίστευτη ομοφωνία ολόκληρου του πολιτικού και όχι μόνο συστήματος αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης αναφοράς.

Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

WebCounter.com
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Top WordPress Themes