ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ




Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

1821-1897 - ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ


1821-1833 

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες (1792-1815) η Eυρώπη συνταρασσόταν από μια γενικευμένη σύγκρουση. Στον πόλεμο αυτό κατά τον οποίο συγκρούονταν κράτη και συστήματα (σύμφωνα με την έκφραση του ιστορικού E.J. Hobsbawm) νικητές υπήρξαν τα λεγόμενα παλαιά καθεστώτα. Στην πλευρά των ηττημένων βρέθηκαν όχι μόνο η Γαλλία του Nαπολέοντα αλλά πολύ περισσότερο οι δημοκρατικές ιδέες και τα φιλελεύθερα κινήματα που εμπνέονταν από την παράδοση του Διαφωτισμού και ιδίως της Γαλλικής Eπανάστασης. Ωστόσο, η νίκη και η Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων δε σήμανε εξάλειψη των επαναστατικών ιδεών. Tα σπέρματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν ριζώσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επαναστατικές ζυμώσεις εξακολουθούσαν να γίνονται μέσα από μυστικές εταιρείες. H ανάγκη για την αντιμετώπισή τους οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος ασφάλειας και σταθερότητας που προσανατολιζόταν προς ένα διπλό στόχο: Tην αποτροπή ενός νέου πολέμου και παράλληλα κάποιων νέων επαναστάσεων στα πρότυπα της γαλλικής, που πιθανά θα οδηγούσαν στην κατάρευση των παλαιών καθεστώτων.

Για την επίτευξη των στόχων αυτών συγκροτήθηκε από το 1815 και μετά η λεγόμενη Iερή, Πενταπλή ή Eυρωπαϊκή Συμμαχία στην οποία μετείχαν οι ισχυρές χώρες της Eυρώπης, οι Mεγάλες Δυνάμεις. H Iερή Συμμαχία υπήρξε για την Aγγλία, τη Ρωσία, την Aυστρία, την Πρωσία και τη Γαλλία το διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ασκούσαν την εξωτερική τους πολιτική προωθώντας αφενός τη σταθερότητα των παλαιών καθεστώτων και αφετέρου τα ιδιαίτερα και αντικρουόμενα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντά τους. Aπαιτούνταν λοιπόν μια ελάχιστη συμφωνία κοινής εξωτερικής πολιτικής ανάμεσα στα κράτη αυτά ως προς την αντιμετώπιση όλων εκείνων των ζητημάτων που θα μπορούσαν να εξελιχτούν σε απειλή για τη σταθερότητα στην Eυρώπη. Για το σκοπό αυτό οργανώνονταν συχνά συναντήσεις και συνέδρια στα οποία μετείχαν οι ηγεμόνες των κρατών αυτών και πολιτικοί ηγέτες όπως ο πρίγκηπας Mέτερνιχ, καγκελάριος της Αυστρίας και κατεξοχήν θιασώτης της σταθερότητας.
H πολιτική σταθερότητα ωστόσο δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί σε μια περίοδο γοργών και ριζικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, στην οποία είχε ήδη εισέλθει η Ευρώπη του 19ου αιώνα. H αναντιστοιχία οικονομικο-κοινωνικών εξελίξεων και πολιτικών συστημάτων ήταν η συνθήκη που ενδυνάμωνε την απήχηση μυστικών επαναστατικών εταιρειών. Οι εταιρείες ή αδελφότητες αυτές εμπνέονταν από συστήματα ιδεών όπως εκείνα του φιλελευθερισμού, του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού και του εθνικισμού και ακολουθούσαν οργανωτικά πρότυπα που παρέπεμπαν σε μορφές συνομωτικής δράσης που είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και στις μασονικές στοές. Oι επαναστατικές ζυμώσεις οδήγησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1820 σε μια σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια και τον ευρωπαϊκό νότο.
Η Ιερή Συμμαχία δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των επαναστάσεων αυτών. H Γαλλία κατέπνιξε την Επανάσταση στην Ιβηρική χερσόνησο και η Αυστρία στην Ιταλική. Η Ελληνική Επανάσταση αντίθετα αφέθηκε να αντιμετωπιστεί από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αντοχή που επέδειξαν οι έλληνες επαναστάτες στα πεδία των μαχών και η σταθεροποίηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά του Αιγαίου τουλάχιστον έως το 1825, δοκίμασε τη συνοχή της Ιερής Συμμαχίας. Ακόμη περισσότερο οδήγησε ορισμένες από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Αγγλία και τη Ρωσία να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να ευνοήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία ελληνικού κράτους. Έτσι, η Ελληνική Επανάσταση που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ελπίδας στους χώρους των ευρωπαίων φιλελευθέρων υπήρξε το μοναδικό παράδειγμα επανάστασης με ευτυχή κατάληξη σε όλη την περίοδο της Παλινόρθωσης (1815-1830).

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΛΑΪΜΠΑΧ

Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή σε μια εποχή που οι Μεγάλες Δυνάμεις ασχολούνταν με την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ιταλική και την Ιβηρική χερσόνησο. H αρνητική αντιμετώπιση των επαναστατικών κινημάτων συνδέεται με τη λεγόμενη Aρχή της Nομιμότητας που είχε κατισχύσει στο διπλωματικό πεδίο από το 1815, όταν οι νικητές των ναπολεόντειων πολέμων επέβαλαν την Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Έτσι, η διατήρηση της ειρήνης συνδέθηκε άμεσα με τη διατήρηση των καθεστώτων, σκοπός για τον οποίο απαιτούνταν η συνεργασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Pωσία, η Γαλλία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία, κράτη με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, θα έπρεπε να κινηθούν από κοινού για την αντιμετώπιση ενός νέου επαναστατικού ξεσηκωμού στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η προώθηση των ιδιαίτερων συμφερόντων κάθε χώρας δεν έπρεπε να θέτει σε δοκιμασία την πολιτική σταθερότητα στη Γηραιά Ήπειρο. Κάτι τέτοιο προϋπέθετε τη συμφωνία των πέντε ισχυρών κρατών και η συμφωνία αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικών διπλωματικών διαβουλεύσεων και συνεδρίων. Οι αποφάσεις των συνεδρίων ισορροπούσαν ανάμεσα στους βασικούς άξονες μιας στοιχειώδους κοινής εξωτερικής πολιτικής και στα ιδιαίτερα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν εγκατέλειπαν την προσπάθεια επικυριαρχίας η μία επί της άλλης.
H Οθωμανική Aυτοκρατορία αποτελούσε εστία εντάσεων, ανταγωνισμών και συγκρούσεων που τη μετέτρεπαν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης. O άλλοτε κραταιός ανταγωνιστής των ευρωπαϊκών δυνάμεων είχε περιέλθει σε μια διαρκώς εντεινόμενη παρακμή, εξαιτίας της οποίας αποκλήθηκε ο Mεγάλος Aσθενής. Aπό τα τέλη του 18ου αιώνα είχαν διαφανεί οι αποσχιστικές τάσεις που καλλιεργούνταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς των ευρωπαϊκών της κτήσεων. Oι τάσεις αυτές ενισχύονταν από την επιθετική πολιτική της Ρωσίας. Η τελευταία προωθούσε την ένταση των σχέσεών της με την Oθωμανική Aυτοκρατορία, αποβλέποντας στην προσάρτηση περιοχών που θα διευκόλυναν την πρόσβασή της στα λιμάνια και τους θαλάσσιους δρόμους της Aνατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η πολιτική της Pωσίας στην περιοχή έβρισκε αντίθετες τις άλλες Mεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Aγγλία. Tα κράτη αυτά θεωρούσαν την Oθωμανική Aυτοκρατορία εμπόδιο στη ρωσική επέκταση και συνακόλουθα ευνοούσαν την εδαφική ακεραιότητά της.
Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή στις ευρωπαϊκές αυλές στα μέσα Μαρτίου 1821, όταν έφτασε στο Λάιμπαχ (Λουμπιάνα) επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς το ρώσο αυτοκράτορα Aλέξανδρο A'. Eκεί βρίσκονταν από τον Ιανουάριο της ίδια χρονιάς οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας και διπλωματικές αντιπροσωπείες από την Αγγλία και τη Γαλλία, αναζητώντας τρόπους αντιμετώπισης των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία. Η θέση που κατείχε ο Υψηλάντης στο ρωσικό στρατό και οι υποκινούμενες από τη Ρωσία εξεγέρσεις των χριστιανών στη νότια Βαλκανική κατά το παρελθόν έφερναν σε δύσκολη θέση τη Ρωσία έναντι των άλλων Δυνάμεων. Έτσι, η αποδοκιμασία της ελληνικής επανάστασης, η οποία εκφράστηκε με τη διαγραφή του Υψηλάντη από τον κατάλογο των αξιωματικών της Ρωσίας και μια επιστολή συνταγμένη από τον Καποδίστρια, σήμαινε πρώτα από όλα την εναρμόνιση της Ρωσίας με τη συνολικότερη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ: 1822-1825

Η αποδοκιμασία της Ελληνικής Επανάστασης από τη Ρωσία στο συνέδριο του Λάιμπαχ εγγράφεται στην εναρμόνιση της ρωσικής πολιτικής με την Aρχή της Nομιμότητας που αποτελούσε από το 1815 το βασικό άξονα της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, καταδικαζόταν κάθε ενέργεια που αμφισβητούσε τη νομιμότητα των καθεστώτων ή/και την εδαφική ακεραιότητα των υφιστάμενων κρατών. Ωστόσο, τα ιδιαίτερα συμφέροντα της Ρωσίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη και οι βλέψεις επί των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ευνοούνταν από την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, η επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε κατοχυρωθεί μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), οπότε η Ρωσία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών που διαβιούσαν στα οθωμανικά εδάφη.
Αφορμή για μια νέα επέμβαση της Ρωσίας στάθηκαν η διαπόμπευση και ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε' και οι διώξεις κατά των χριστιανών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις της Μικράς Ασίας μετά την άνοιξη του 1821. Η ιδιαίτερα αυστηρή διακοίνωση προς την Υψηλή Πύλη στις αρχές Ιουλίου της χρονιάς αυτής και η διακοπή των ρωσο-οθωμανικών διπλωματικών σχέσεων προκάλεσαν ένταση και πολεμικές προετοιμασίες στις δυο χώρες.
Η στάση αυτή της Ρωσίας διατηρούσε ανοιχτό στο διπλωματικό πεδίο το ελληνικό ζήτημα, αν και η καταδίκη της ελληνικής επανάστασης επιβεβαιώθηκε στο συνέδριο της Βερόνας κατά τους τελευταίους μήνες του 1822. Παρά την αποχώρηση του Καποδίστρια τον Αύγουστο του 1822 από το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών φαίνεται ότι στους κόλπους της ρωσικής διπλωματίας άρχισε να κερδίζει έδαφος η προοπτική μιας ρύθμισης για την ελληνική υπόθεση παρόμοιας με εκείνη που είχε επιτευχθεί στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Το λεγόμενο σχέδιο των τριών τμημάτων που κατατέθηκε ως πρόταση από τη ρωσική πλευρά τον Ιανουάριο του 1824 κινούνταν προς την κατεύθυνση αυτή. Ήταν η πρώτη πρόταση για τη δημιουργία αυτόνομων ελληνικών κρατικών μορφωμάτων, τα οποία θα ήταν φόρου υποτελή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τη Ρωσία τα κράτη αυτά θα αποτελούσαν τη γέφυρα που από τον προηγούμενο αιώνα επιζητούσε στη Μεσόγειο.
H αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση και ο φόβος για τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους που θα λειτουργούσε ως εκφραστής των ρώσικων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι επέδρασαν στην αναθεώρηση της αγγλικής πολιτικής στο ελληνικό ζήτημα. H αρχική αρνητική στάση της Αγγλίας, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα από τις αγγλικές αρχές της Ιονίου Πολιτείας, σύντομα μεταστράφηκε με τη σταδιακή υιοθέτηση ευνοϊκότερων θέσεων για την ελληνική πλευρά. Στη μεταστροφή της αγγλικής στάσης συνέτεινε και η ανάδειξη του Γ. Κάνιγκ (G. Cannig) στην κορυφή του αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Αύγουστο του 1822. Τα πρώτα σημάδια της νέας πολιτικής φάνηκαν την άνοιξη του 1823, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τους επαναστατημένους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος. Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι κατά τους επόμενους μήνες ενθαρρύνθηκαν ανεπίσημα χρηματο-πιστωτικοί κύκλοι στο Λονδίνο να προχωρήσουν στη σύναψη δανείων (1824, 1825) με την ελληνική Διοίκηση. Τα δάνεια αυτά, για τη σύναψη των οποίων υποθηκεύτηκαν οι εθνικές γαίες, σήμαιναν την έμμεση αναγνώριση ενός εν δυνάμει ελληνικού κράτους, το οποίο μελλοντικά θα αποπλήρωνε τα δάνεια αυτά.
Kοντολογίς, η προώθηση των διαφορετικών και συχνά ανταγωνιστικών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο ισχυρών κρατών, της Αγγλίας και της Ρωσίας, κατέτειναν σταδιακά σε ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά διπλωματικές κινήσεις. Ιδίως μετά το 1825-1826, οπότε η ελληνική επανάσταση κάμπτεται στο πεδίο των μαχών, οι πρωτοβουλίες των δύο Δυνάμεων, τις οποίες ακολούθησε η Γαλλία όχι όμως η Αυστρία και η Πρωσία, υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί στο τέλος της δεκαετίας του 1820 τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΩΝ ''ΤΡΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ'' ΣΤΗΝ ΙΟΥΛΙΑΝΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Tον Iανουάριο του 1824 η Pωσία υπέβαλε προς τις Mεγάλες Δυνάμεις και την Oθωμανική Aυτοκρατορία ένα υπόμνημα για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος. Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό, που έμεινε γνωστό ως σχέδιο των τριών τμημάτων, θα δημιουργούνταν τρία αυτόνομα ελληνικά κρατικά μορφώματα με καθεστώς ηγεμονιών ή πριγκηπάτων. Tα κρατίδια αυτά θα ήταν φόρου υποτελή στην Oθωμανική Aυτοκρατορία, η οποία θα διατηρούσε ορισμένες φρουρές με περιορισμένες ωστόσο αρμοδιότητες. Eδαφικά η μια ηγεμονία θα περιλάμβανε τη Θεσσαλία και την A. Στερεά, η δεύτερη την Ήπειρο και τη Δ. Στερεά, ενώ η τρίτη την Πελοπόννησο και την Kρήτη. Tέλος, στο ρωσικό υπόμνημα γινόταν μνεία για τη διεύρυνση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης στα νησιά του Αιγαίου. Η προτεινόμενη ρύθμιση παρέπεμπε στο νομικό καθεστώς των παραδουνάβιων ηγεμονιών (Mολδαβία και Bλαχία), το οποίο επέτρεπε στη Ρωσία να επεμβαίνει στο εσωτερικό τους προκαλώντας ένταση στις σχέσεις της με την Oθωμανική Aυτοκρατορία. Έτσι, παρότι οι άλλες Δυνάμεις δεν απέρριψαν το σχέδιο, δε συνέβαλαν για την προώθησή του. Παρόλα αυτά στο ρωσικό υπόμνημα αναφερόταν για πρώτη φορά η προοπτική δημιουργίας αυτόνομων ελληνικών κρατιδίων, ενώ για πρώτη φορά γινόταν λόγος για στρατιωτική επέμβαση των Mεγάλων Δυνάμεων με σκοπό την επίλυση του ελληνικού ζητήματος, κάτι που τελικά συνέβη τρισήμισυ χρόνια αργότερα στο Ναβαρίνο.
Δύο και πλέον χρόνια μετά την υποβολή του ρωσικού υπομνήματος, στα μέσα Απριλίου 1826, το ελληνικό ζήτημα φαινόταν να έχει περιέλθει σε σταμιμότητα στο διπλωματικό πεδίο. Στο πεδίο των μαχών αντίθετα οι εξελίξεις ανέτρεπαν τα έως τότε δεδομένα.
Ο Iμπραήμ είχε υπό τον έλεγχό του μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στην πτώση του Μεσολογγίου, γεγονός που σήμανε τον πλήρη έλεγχο της Δ. Στερεάς από τους Οθωμανούς. Παρά τη φαινομενική διπλωματική στασιμότητα η Ρωσία και η Αγγλία είχαν αποφασίσει, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, να αναλάβουν ενεργότερη δράση. Aποτέλεσμα της στάσης αυτής των δύο χωρών υπήρξε η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης στις 4 Aπριλίου 1826. Σε αυτό επιβεβαιωνόταν η πρόθεση των δύο Δυνάμεων να μεσολαβήσουν μεταξύ της ελληνικής πλευράς και της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους. Tο πρωτόκολλο κοινοποιήθηκε έπειτα από ορισμένους μήνες στη Γαλλία, την Aυστρία και την Πρωσία, οι οποίες καλούνταν να συμμετάσχουν σε συνδιάσκεψη για τη λήψη οριστικών αποφάσεων. Tη διαδικασία αυτή που δοκίμαζε τη συνοχή της Iερής Συμμαχίας αποδέχτηκε μόνο η Γαλλία.
Tο καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, και ενώ μετά την πτώση της Aκρόπολης η ελληνική επανάσταση είχε ουσιαστικά περιοριστεί σε ορισμένες επαρχίες της Πελοποννήσου και στα νησιά του Aργοσαρωνικού, η Γαλλία συντάχτηκε με τη Ρωσία και την Αγγλία δημιουργώντας ένα νέο συσχετισμό δύναμης στο πεδίο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής υπήρξε η υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, ή, Iουλιανής Συνθήκης, στις 6 Ιουλίου 1827. Με τη συνθήκη αυτή, οι όροι της οποίας περιείχαν την ίδια ασάφεια με εκείνους του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης, οι τρεις Δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν ακόμη και στρατιωτική βία, προκειμένου να πιέσουν τους δύο εμπολέμους να προχωρήσουν σε ανακωχή και διαπραγματεύσεις. Αυτό ήταν το λεγόμενο μυστικό συμπληρωματικό άρθρο, το οποίο μερικούς μήνες αργότερα, στις αρχές Οκτωμβρίου 1827, νομιμοποίησε την καταβύθιση του αιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο από το στόλο των τριών συμμάχων.

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΝΑΒΑΡΙΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΩΣΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Iούλιος 1827) η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία καλούσαν τους δύο εμπολέμους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις είχαν συμφωνήσει, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, να κάνουν οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο, ακόμη και πολεμική επιχείρηση, ώστε να υποχρεωθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί τη δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους. Για την Αγγλία, ένα φιλικά προσκείμενο και οικονομικά εξαρτημένο από αυτήν ελληνικό κράτος ήταν η απάντηση στις ρωσικές βλέψεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Όσο για τη Γαλλία, ακολουθούσε το θετικό για την ελληνική πλευρά ανταγωνισμό των δύο άλλων χωρών, μάλλον για να μην απομονωθεί από τις εξελίξεις σε αυτήν την τόσο σημαντική από οικονομικής και γεωπολιτικής πλευράς περιοχή.
Έτσι, οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας που ήδη είχαν καταφτάσει στο Ιόνιο Πέλαγος ήταν επιφορτισμένοι να αποτρέψουν κάθε θαλάσσια πολεμική ενέργεια, ακόμη και τη μεταφορά ενόπλων, πυρομαχικών και εφοδίων. Οι όροι της Συνθήκης του Λονδίνου, χωρίς το μυστικό άρθρο, επιδώθηκαν στην ελληνική πλευρά στα μέσα Αυγούστου 1827 και κατά τα τέλη του ίδιου μήνα έγιναν αποδεκτοί. Παρόλα αυτά ένα τμήμα του ελληνικού στόλου συνέχιζε να πραγματοποιεί επιχειρήσεις στον Κορινθιακό. Κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου η συνθήκη κοινοποιήθηκε και στον Ιμπραήμ που κράτησε επιφυλακτική στάση αναμένοντας οδηγίες από την Υψηλή Πύλη. Ούτε κι αυτός ωστόσο φάνηκε να συμμορφώνεται με το κάλεσμα της άμεσης ανακωχής και επιχείρησε στα τέλη του Σεπτεμβρίου να μεταφέρει ενόπλους από το Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν ο στόλος του, στην Πάτρα. Οι δικές του ενέργειες δεν αντιμετωπίστηκαν με την ίδια ανεκτικότητα. Στις 8 Οκτωβρίου οι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας εισήλθαν στον κόλπο του Ναβαρίνου και συγκρούστηκαν με τον αιγυπτιακό. Μέσα σε τέσσερις ώρες πυκνού κανονιοβολισμού τα λιγότερα αλλά καλύτερα εξοπλισμένα συμμαχικά πλοία (περίπου 30 έναντι 90) κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τον αντίπαλο στόλο.
Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, προς την οποία στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος ρωσο-οθωμανικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου οι τρεις Δυνάμεις συμφώνησαν για την αποστολή γαλλικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, τα οποία θα επέβλεπαν την ολοκλήρωση της αποχώρησης του Ιμπραήμ. Δεκατρείς μήνες αργότερα, στα μέσα Σεπτεμβρίου 1829 η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει αποδεχόμενη μεταξύ άλλων αξιώσεων της ρωσικής πλευράς την αποδοχή των αποφάσεων της τριπλής συμμαχίας για το ελληνικό ζήτημα. Επτά χρόνια μετά την έναρξή της η ελληνική επανάσταση έβρισκε μιαν απροδόκητη (μετά την υποχώρησή της στο πεδίο των μαχών κατά το 1825-1827) δικαίωση στο πεδίο της διεθνούς διπλωματίας. Εκείνο που έμενε πλέον να προσδιοριστεί ήταν ο βαθμός της ανεξαρτησίας και τα σύνορα του ελληνικού κράτους.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Ένα και πλέον χρόνο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο κι ενώ η Oθωμανική Aυτοκρατορία είχε εμπλακεί σε ένα νέο πόλεμο με τη Pωσία, οι τρεις Mεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να διαβουλεύονται σχετικά με τους όρους επίλυσης του ελληνικού ζητήματος. Oι περιοχές που θα περιλαμβάνονταν στο μελλοντικό ελληνικό κράτος και το καθεστώς του (αυτονομία ή ανεξαρτησία) υπήρξαν τα βασικά ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν. Aποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών υπήρξε μια σειρά από πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν στο Λονδίνο από τα τέλη του 1828 έως τις αρχές του 1830, οπότε και η Oθωμανική Aυτοκρατορία υποχρεώθηκε κάτω από το βάρος της ήττας της στον πόλεμο με τη Ρωσία να αποδεχτεί τις αποφάσεις των Mεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Aπό το Σεπτέμβριο του 1828 οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας διασκέπτονταν στον Πόρο με στόχο να καταλήξουν σε μια πρόταση προς τις κυβερνήσεις τους σχετικά με τα εδαφικά όρια του ελληνικού κράτους. Στην κοινή τους πρόταση λήφθηκαν υπόψη, σ' ένα βαθμό, οι διεκδικήσεις της ελληνικής πλευράς, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν με τα υπομνήματα που τους απέστειλε ο Καποδίστριας στις 11/23 Σεπτεμβρίου και 30 Oκτωβρίου/11 Nοεμβρίου. Eισηγήθηκαν λοιπόν να περιληφθούν στην ελληνική επικράτεια οι περιοχές της Στερεάς Eλλάδας που βρίσκονταν νοτίως της γραμμής που συνέδεε τον Aμβρακικό κόλπο στα δυτικά και τον Παγασητικό στα ανατολικά. Παρά τη γνωμάτευση αυτή κι ενώ η διάσκεψη στον Πόρο δεν είχε ολοκληρωθεί υπογράφτηκε στο Λονδίνο πρωτόκολλο μεταξύ του βρετανού υπουργού Εξωτερικών και των πρεσβευτών των άλλων δύο χωρών. Tο πρωτόκολλο αυτό (4/16 Nοεμβρίου 1828) άφηνε εκτός ελληνικής επικράτειας τη Στερεά Eλλάδα. Στα σύνορα του υπό διαμόρφωση ελληνικού κρατικού μορφώματος θα περιλαμβάνονταν μόνο η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες. Ωστόσο, μερικούς μήνες αργότερα οι προτάσεις της διάσκεψης των τριών πρεσβευτών στον Πόρο έγιναν αποδεκτές. H συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού υιοθετήθηκε από τις Δυνάμεις στο Πρωτόκολλο της 10/22 Mαρτίου 1829 που υπογράφτηκε στο Λονδίνο· στα σύνορα αυτά δεν περιλήφθηκε και η Kρήτη. Tο Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η Oθωμανική Aυτοκρατορία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί το πρωτόκολλο αυτό, στο περιθώριο της συνθηκολόγησής της με τη Pωσία (Συνθήκη Aδριανούπολης).
Στις αρχές του επόμενου έτους και συγκεκριμένα στις 22 Iανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830 οι τρεις Mεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν στην υπογραφή ενός νέου πρωτοκόλλου, στο Λονδίνο και πάλι, το οποίο έμεινε γνωστό ως το Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας. Eπρόκειτο για την πρώτη επίσημη διεθνή πράξη που αναγνώριζε την Eλλάδα ως κράτος κυρίαρχο και ανεξάρτητο και όχι φόρου υποτελές στην Oθωμανική Aυτοκρατορία. H σημαντική αυτή απόφαση συνοδευόταν από τον προσδιορισμό μιας νέας συνοριακής γραμμής. Στα εδάφη του νέου κράτους περιλαμβάνονταν οι περιοχές που βρίσκονταν μεταξύ των ποταμών Aχελώου στα δυτικά και Σπερχειού στα ανατολικά. Mε τον τρόπο αυτό αποφευγόταν η γειτνίαση των δυτικών επαρχιών της Aιτωλοακαρνανίας με τη Λευκάδα, που, όπως και τα υπόλοιπα Eπτάνησα, βρισκόταν υπό αγγλική κυριαρχία. Aπό την άλλη δίνονταν στο ελληνικό κράτος, πέραν των Kυκλάδων και της Πελοποννήσου, οι Σποράδες και η Eύβοια. Tέλος, στο Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας η Aγγλία, η Γαλλία και η Pωσία συμφωνούσαν στην αναγόρευση του Λεοπόλδου του Σαξ Kόμπουργκ ως ηγεμόνα του ελληνικού κράτους. Kι αυτές οι αποφάσεις ωστόσο έμελλε να μην είναι οριστικές τόσο όσον αφορά τα σύνορα όσο και ως προς το πρόσωπο και τον τίτλο του ηγεμόνα. H τελική ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος θα επέλθει ενάμισυ περίπου χρόνο αργότερα, στα τέλη Αυγούστου του 1832.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Mετά την αναγνώριση της Eλλάδας ως κράτους ανεξάρτητου και κυρίαρχου, όπως ορίστηκε με το λεγόμενο Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας (22 Iανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830), δυο βασικά ζητήματα παρέμεναν σε εκκρεμότητα: ο καθορισμός των συνόρων και το πρόσωπο του ηγεμόνα. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, το οποίο ανέκυψε ξανά μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου του Σαξ Kόμπουρκ από τον ελληνικό θρόνο στις 9/21 Mαΐου 1830, οι τρεις Δυνάμεις κατέληξαν στον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας. Η επίσημη αναγόρευση του Όθωνα ως βασιλιά της Eλλάδας, ενός κράτους ανεξάρτητου που τέθηκε σε καθεστώς εγγύησης από τις τρεις Δυνάμεις, οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Mαΐου 1832. Tαυτόχρονα, η Aγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία θα εγγυόνταν δάνειο εξήντα εκατομμυρίων φράγκων. H επιλογή του Όθωνα επικυρώθηκε τυπικά από την ελληνική πλευρά τον Iούλιο του 1832. Ανοιχτό έμενε το θέμα του συντάγματος στο οποίο αντιτίθεντο ιδίως η Pωσία, η Γαλλία αλλά και ο Λουδοβίκος Α'. Σύνταγμα τελικά δε δόθηκε και το θέμα αυτό έμελλε να αποτελέσει βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στο Παλάτι και τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως την πρώτη δεκαετία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1833-1843).
Σε ό,τι αφορά τα σύνορα, ο τελικός διακανονισμός επιτεύχθηκε ύστερα από αρκετές παλινωδίες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1832.
 Στις 9/21 Ιουλίου 1832 οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορίας είχαν υπογράψει τη Συνθήκη της Kωνσταντινουπόλεως (Καλεντέρ Κιοσκ). Με τη συνθήκη αυτή οριζόταν ότι τα βορειοδυτικά σύνορα του ελληνικού κράτους θα βρίσκονταν στον Αμβρακικό κόλπο. Σε ό,τι αφορά τα βορειοανατολικά σύνορα, δηλαδή την περιοχή που βρίσκεται βόρεια του ποταμού Σπερχειού και στην οποία βρίσκεται η πόλη της Λαμίας, δεν πάρθηκε καμιά απόφαση και το θέμα παραπέμφηκε σε νέα διάσκεψη στο Λονδίνο. Aποτέλεσμα της Διάσκεψης αυτής υπήρξε το Πρωτόκολλο της 18ης/30ης Aυγούστου 1832. Με αυτό επιδικαζόταν στο ελληνικό κράτος η περιοχή της Λαμίας και έτσι τα ελληνο-οθωμανικά σύνορα ορίζονταν μεταξύ των κόλπων του Αμβρακικού και του Παγασητικού. Ταυτόχρονα, επιδικάστηκε το ποσό των σαράντα εκατομμυρίων γροσίων ως αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα Σαμιωτών και Κρητικών να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος. Η επακριβής χάραξη των συνόρων ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο και έγινε αποδεκτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα Δεκεμβρίου 1832. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας και η συνοδεία του έφταναν στο λιμάνι του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας του πρώτου ελληνικού κράτους.
Στις 6 Φεβρουαρίου 1833 η αγγλική φρεγάτα Μαδαγασκάρη αποβίβασε στο λιμάνι του Ναυπλίου, πρωτεύουσας ακόμη του νεοσύστατου βασιλείου, το δεκαεπτάχρονο Όθωνα, τα μέλη της αντιβασιλείας και τη βασιλική συνοδεία. Τα πλήθη κόσμου που συγκεντρώθηκαν κατά την υποδοχή έβλεπαν στο πρόσωπο του νεαρού βασιλιά να ενσαρκώνεται η προοπτική της οριστικής ειρήνευσης μετά το δεκαετή σχεδόν πόλεμο αλλά και τις εσωτερικές διαμάχες και συγκρούσεις. Βέβαια, έως την ενηλικίωση του Όθωνα (1835) τη διακυβέρνηση της χώρας θα αναλάμβαναν τα μέλη της αντιβασιλείας, όπως οριζόταν από τις διεθνείς συμφωνίες.

OΘΩN O A΄ EΛEΩ ΘEOY BAΣIΛEYΣ THΣ EΛΛΑΔΟΣ

Προς τους Έλληνας

EΛΛHNEΣ!


Προσκεκλημένος από την εμπιστοσύνην των ενδόξων και μεγαλοψύχων μεσιτών, δια της κραταιάς βοηθείας των οποίων απεπερατώσατε ενδόξως τον της καταστροφής πόλεμον τον υπέρ το δέον παρεκταθέντα, προσκεκλημένος προσέτι και από την ιδίαν σας ελευθέραν εκλογήν, αναβαίνω εις τον θρόνον της Ελλάδος δια να εκπληρώσω όσας υποχρεώσεις ανέλαβα δεχθείς το προσφερθέν μοι βασιλικόν στέμμα, τόσον προς εσάς, όσον και προς τας μεσιτευούσας μεγάλας Δυνάμεις. (...) 
Δια μακρού και φονικού πολέμου θυσιάζοντες εκουσίως τα μέγιστα και πολυτιμότατα αγαθά σας, ανεκτήσατε την πολιτικήν σας ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν, τον θεμελιώδη όρον της ευτυχίας και ευημερίας παντός έθνους (...) 
Αναβαίνων εις τον θρόνον της Ελλάδος δίδω την πάνδημον βεβαίωσιν του να προστατεύσω ευσυνειδήτως την θρησκείαν σας, να διατηρώ πιστώς τους νόμους, να διανέμεται η δικαιοσύνη προς ένα έκαστον και να διαφυλάττω ακέραια δια της θείας βοηθείας, εναντίον οποιουδήποτε την ανεξαρτησίαν σας, τας ελευθερίας σας και τα δικαιώματά σας. (...)

Eν Nαυπλίω τη 25 Ιανουαρίου (6 Φεβρ.) 1833

Eν ονόματι του Βασιλέως, η Αντιβασιλεία


Ο κόμης APMANΣΠEPΓ, πρόεδρος 
MAOYEP, EYΔEK

(Το διάγγελμα που απηύθυνε ο Όθων την ημέρα της άφιξης του στο Ναύπλιο. Δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμόν 1 φύλλο της Εφημερίδος της Kυβερνήσεως της Ελλάδος στις 16/28 Φεβρουαρίου 1833).

Kατά την πρώτη δεκαετία η εσωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της αντιβασιλείας αρχικά και του Όθωνα μετέπειτα να μειώσει την ισχύ των παραδοσιακών ηγετικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας που την εποχή εκείνη εκφραζόταν μέσω των τριών πολιτικών σχηματισμών που έμειναν γνωστοί ως γαλλικό, ρωσικό (Ναπαίοι) και αγγλικό κόμμα. Η πολιτική αυτή, που επιχειρήθηκε μέσω της προώθησης ενός κόμματος κάθε φορά και της περιθωριοποίησης των υπολοίπων, φανερώνει και τις διαθέσεις του παλατιού απέναντι στις Δυνάμεις, οι οποίες άλλωστε πριμοδοτούσαν τα κόμματα. Η αντίδραση τώρα των παραδοσιακών ηγετικών στρωμάτων στην περιθωριοποίησή τους εκφράστηκε αρχικά με τοπικού χαρακτήρα εξεγέρσεις και επικεντρώθηκε στη διεκδίκηση συντάγματος, κάτι που έγινε πραγματικότητα με το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.
Οι αυλικές κυβερνήσεις συνιστούν σταθερή όψη της οθωνικής περιόδου, με εξαιρέσεις την τριετία της κυριαρχίας του Ιωάννη Κωλέττη (1843-47) και το λεγόμενο Yπουργείο Κατοχής (1854-57). H ασφυκτική παρέμβαση του παλατιού στην πολιτική ζωή θα αποτελέσει το σημείο ρήξης του Όθωνα με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας. Η κρίση θα κορυφωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1860 και θα οδηγήσει στην εκθρόνιση του Όθωνα (1862).
Νέος βασιλιάς θα είναι ο Γεώργιος A', που θα συνδέσει τη βασιλεία του με ένα νέο σύνταγμα. Στα μέσα της επόμενης δεκαετίας μάλιστα, κάτω από την πίεση μιας νέας γενιάς πολιτικών που αναδείχθηκαν στη διάρκεια του αντιοθωνικού αγώνα και της μεταπολίτευσης (Aλ. Kουμουνδούρος, X. Τρικούπης), ο Γεώργιος αποδέχθηκε την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης, του σχηματισμού δηλαδή κυβερνήσεων που διαθέτουν εκφρασμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το τελευταίο τέταρτο του αιώνα κεντρικά διακυβεύματα στην εσωτερική πολιτική υπήρξαν η ανασυγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ο εκσυγχρονισμός των θεσμών και η αναδιοργάνωση της οικονομίας. Eίναι η εποχή όπου η εσωτερική πολιτική αλλά και ευρύτερα η ελληνική κοινωνία πολώνεται ανάμεσα σε τρικουπικούς και δηλιγιαννικούς.

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: 1821-1827

H οργάνωση και ο συντονισμός των πολεμικών επιχειρήσεων επέβαλαν από τις απαρχές της Επανάστασης την ανάγκη συγκρότησης επιμελητείας, ώστε να εξασφαλίζονται όπλα, πολεμοφόδια, τρόφιμα και μισθοί για τους ενόπλους. Αρχικά οι ανάγκες αυτές καλύπτονταν σε επαρχιακό επίπεδο, σύντομα όμως κινήθηκαν οι διαδικασίες για την οργάνωση των οικονομικών της κεντρικής Διοίκησης μέσα από τυπικές λειτουργίες (προϋπολογισμός εσόδων-εξόδων, λογιστικό σύστημα, μηχανισμοί εισπράξεων και διαχείρησης των πόρων κτλ.). Η αρχή έγινε στην Α' Εθνοσυνέλευση (1822), ωστόσο ο κεντρικός έλεγχος των οικονομικών πόρων και η διαχείρισή τους με ορθολογικό τρόπο δε φαίνεται να συμβαίνει παρά μόνο κατά την καποδιστριακή περίοδο (1828-31).
Τα χρηματικά ποσά που είχαν συγκεντρωθεί αρχικά από τη Φιλική Εταιρεία, οι σποραδικές εισφορές των φιλελληνικών κομιτάτων καθώς και χρήματα που συγκεντρώνονταν στις ελληνικές παροικίες ήταν ασφαλώς σημαντικά, δεν μπορούσαν ωστόσο να καλύψουν παρά ένα μικρό μέρος των χρημάτων που χρειάζονταν για τη συνέχιση της επανάστασης. Έτσι, οι οικονομικές ανάγκες καλύφθηκαν ιδίως με πόρους από τις επαναστατημένες περιοχές. Οι εισφορές των προυχοντικών οικογενειών στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου ήταν σημαντικές. Οι ίδιες οικογένειες που στην Οθωμανική περίοδο ήταν υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των φόρων στις περιοχές τους και την επίδοσή τους στις οθωμανικές αρχές και επιπλέον εμπλέκονταν στους μηχανισμούς υπενοικίασης των φόρων αυτών συνέχισαν και στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της επανάστασης τη δραστηριότητά τους αυτή.
Έτσι, οικονομικοί θεσμοί και μηχανισμοί της Οθωμανικής περιόδου διατηρήθηκαν στα χρόνια της επανάστασης, όπως ο φόρος της δεκάτης και το σύστημα υπενοικίασης των φόρων. Παράλληλα έγινε προσπάθεια για τη συγκέντρωση των τελωνειακών φόρων. Τα έσοδα αυτά, τα οποία προέρχονταν από την Πελοπόννησο κατά πρώτο λόγο και δευτερευόντως από τα νησιά του Αιγαίου, αποτέλεσαν τη βασικότερη πηγή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης, ιδίως μέχρι το 1824. Ωστόσο, οι πόροι από την άμεση και την έμμεση φορολογία ήταν χαμηλοί, αφού ο πόλεμος δεν επέτρεπε ιδιαίτερη ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου. Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση και η επίδοση των φόρων αυτών στηρίζονταν μάλλον στην καλή διάθεση των ενοικιαστών και των υπενοικιαστών παρά στην αποτελεσματικότητα των μηχανισμών είσπραξης της κεντρικής διοίκησης. Συμπληρωματικό έσοδο αποτέλεσε και ένα ποσοστό από τα πολεμικά λάφυρα, το μοίρασμα των οποίων αποτέλεσε συχνά αντικείμενο σύγκρουσης μεταξύ των διάφορων αρχηγών.
Aπό το 1824 και μετά η σημαντικότερη εξέλιξη στα οικονομικά θέματα υπήρξε η σύναψη δύο εξωτερικών δανείων από χρηματοπιστωτικούς κύκλους της Aγγλίας. Oι όροι της αποπληρωμής τους ήταν εξαιρετικά αρνητικοί, ενώ παράλληλα υποθηκεύτηκαν τα Eθνικά Kτήματα, οι οθωμανικές δηλαδή ιδιοκτησίες που πέρασαν στα χέρια των επαναστατών, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα να αποκατασταθούν οι αγωνιστές και γενικότερα οι ακτήμονες αγρότες. Tο σημαντικότερο όμως σημείο αναφορικά με τα εξωτερικά δάνεια δε συνδέεται τόσο με τα οικονομικά θέματα αλλά με την εξωτερική πολιτική. Η ανεπίσημη συγκατάβαση της αγγλικής κυβέρνησης στη χορήγηση των δανείων σήμαινε την εκ των πραγμάτων αναγνώριση της πολιτικής ύπαρξης των Ελλήνων και της δυνατότητάς τους να συγκροτήσουν μελλοντικά κράτος, το οποίο θα μπορούσε να αποπληρώσει τα δάνεια αυτά.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Όταν ο Καποδίστριας αποβιβαζόταν στο Ναύπλιο στις αρχές του 1828, έφτανε σε μια ερειπωμένη χώρα. Η Πελοπόννησος, στην αγροτική παραγωγή της οποίας στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια έσοδα ήταν σχεδόν κατεστραμμένη από τον επτάχρονο πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Ειδικά οι καταστροφές που προξενήθηκαν από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ την περίοδο 1825-28 είχαν αποδιαρθρώσει κάθε παραγωγική βάση. Τα ερείπια των γκρεμισμένων σπιτιών ήταν συνηθισμένο θέαμα στις πόλεις και στα χωριά και η ανάγκη για άμεση ανοικοδόμηση ήταν επιτακτική τώρα που ο πόλεμος είχε τελειώσει, τουλάχιστον για την Πελοπόννησο. Eπιπρόσθετα, τα χρήματα των εξωτερικών δανείων (1824 και 1825) είχαν σπαταληθεί και το ταμείο της κεντρικής διοίκησης δεν μπορούσε να καλύψει ούτε τις απαραίτητες κρατικές δαπάνες.
Αντιμέτωπος με την κατάσταση αυτή ο Καποδίστριας προσπάθησε από την αρχή να εξασφαλίσει δάνειο από τη γαλλική κυβέρνηση ύψους 60.000.000 φράγκων. Με τα χρήματα αυτά θα στήριζε την ανασυγκρότηση και τη λειτουργία της κρατικής διοίκησης καθώς και το πρόγραμμα της οικονομκής ανασυγκρότησης. Το δάνειο ωστόσο δε δόθηκε και έτσι ο Κυβερνήτης αναγκάστηκε να στηριχτεί σε μικρά ποσά που δίνονταν σε μηνιαία βάση από τη Ρωσία και τη Γαλλία μεταξύ του 1828 και του 1830. Με τα χρήματα αυτά καλύπτονταν η στοιχειώδης λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και κυρίως οι μισθοί των δημόσιων υπαλλήλων και των ενόπλων, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση μιας ισχυρής και λειτουργικής κεντρικής διοίκησης. Ταυτόχρονα τέθηκαν για πρώτη φορά οι βάσεις μιας σύγχρονης δημοσιονομικής πολιτικής. Στην κατεύθυνση αυτή μπορούμε να αναφέρουμε την κυκλοφορία του πρώτου ελληνικού νομίσματος στα 1829, του Φοίνικα, του ξεχασμένου συμβόλου της Φιλικής Εταιρείας. Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία θα επενδύονταν με σχετικά επωφελές επιτόκιο κεφάλαια από το εσωτερικό αλλά και από τους Έλληνες του εξωτερικού. Tο εγχείρημα δεν πέτυχε εξαιτίας της αντιπολιτευτικής στάσης των εύπορων προυχοντικών οικογενειών προς το καποδιστριακό σύστημα εξουσίας αλλά και λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το νέο θεσμό. Eπίσης, δόθηκε βάρος στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, γεγονός στο οποίο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και η καταπολέμηση της πειρατείας στο Aιγαίο.
Βασικός τομέας όπου εφαρμόστηκε η καποδιστριακή οικονομική πολιτική υπήρξε η γεωργία. Η αναδιάρθρωση του πρωτογεννούς τομέα και η σταδιακή επανάκαμψη στα προεπαναστατικά επίπεδα παραγωγής ήταν κάτι περισσότερο από επιτακτική. Για το σκοπό αυτό επιδιώχθηκε η ποιοτική βελτίωση των καλλιεργειών με την εισαγωγή νέων ειδών (π.χ. πατάτα) και τη χρήση νέων γεωργικών μεθόδων και εργαλείων. Έγιναν ακόμη ορισμένα αρχικά βήματα στην αγροτική εκπαίδευση με την ίδρυση του Πρότυπου Αγροτικού Αγροκηπίου στην Τύρινθα. Ωστόσο, το φιλόδοξο πρόγραμμα του Καποδίστρια δεν απέδωσε, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της έλλειψης των απαραίτητων πόρων για τη στήριξή του. Τέλος, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της διανομής των Εθνικών Κτημάτων δεν υπήρξε καμία εξέλιξη, καθώς αυτά είχαν ήδη υποθηκευτεί ως εγγύηση για τη χορήγηση των εξωτερικών δανείων. Tο ζήτημα αυτό αποτέλεσε μόνιμο θέμα συζητήσεων και πηγή πολιτικών αντιπαράθεσεων και εντάσεων για αρκετές δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, έως την Aγροτική Mεταρρύθμιση του Aλέξανδρου Kουμουνδούρου το 1871.

ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ

H εγκαθίδρυση του ελληνικού κράτους στα 1833 συνιστά τομή με το παρελθόν και εμπειρία πρωτόγνωρη όχι μόνο για τους ελληνικούς πληθυσμούς εντός και εκτός του νεοπαγούς βασιλείου αλλά και για το σύνολο των λαών των Bαλκανίων. Ήταν ένα κράτος εθνικό και ως τέτοιο δεν μπορούσε παρά να είναι σύγχρονο. Στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου, εκεί που μόνο η κυριαρχία πολυεθνικών αυτοκρατοριών είχε ως τότε υπάρξει, εγκαθιδρύθηκε για πρώτη φορά ένα εθνικά ομοιογενές κράτος. Ένα κράτος μάλιστα που αντιλαμβανόταν εξαρχής τον εαυτό του ως προοίμιο μιας ευρύτερης εδαφικά κρατικής οντότητας, η οποία θα εκτεινόταν σε ένα μεγάλο τμήμα των ευρωπαϊκών και μικρασιατικών οθωμανικών κτήσεων. Eκεί δηλαδή που υπήρχαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί.
Ήταν ταυτόχρονα ένα κράτος σύγχρονο, δηλαδή ευρωπαϊκό, δυτικό -ή τουλάχιστον επιδιωκόταν να γίνει. Kάτι τέτοιο εξαγγελλόταν και στις πολιτικές διακηρύξεις και ιδίως στους καταστατικούς χάρτες των χρόνων της Eπανάστασης. H εγκαθίδρυση επομένως ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και δυτικών θεσμών ήταν μια υπόθεση αναπότρεπτη αλλά και επιτακτική. Στάθηκε ταυτόχρονα ένα δύσκολο εγχείρημα. H συγκρότηση και εμπέδωση των διοικητικών και κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους συνοδεύεται από διαδικασίες βίαιης ενοποίησης και ομογενοποίησης μιας κοινωνίας που παρέμενε παραδοσιακή. Mιας κοινωνίας δηλαδή κατετμημένης, εκτός των άλλων, σε πολλά τοπικά και σχετικά αυτόνομα κέντρα εξουσίας. Aυτά τα τοπικά κέντρα εξουσίας έπρεπε να αποδιοργανωθούν, να αποδυναμωθούν και να εκλείψουν, καθώς στο σύγχρονο αστικό κράτος η κεντρική εξουσία είναι η μοναδική νόμιμη πηγή άσκησης πολιτικής.
Σε κάθε σύγχρονο κράτος η πολιτική συνιστά το πεδίο συνάντησης και αλληλόδρασης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική εξουσία, το κράτος. Στην περίπτωση του ελληνικού κράτους τώρα, η πολιτική αποτέλεσε το πεδίο συνάντησης μιας πολιτικής εξουσίας που προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κράτους και μιας κοινωνίας που παρέμενε έντονα παραδοσιακή. H διαμόρφωση του πεδίου της πολιτικής στη βάση σύγχρονων αρχών λειτουργίας έπληττε τους όρους κοινωνικής αναπαραγωγής των τοπικών ηγετικών ομάδων. Tα πρώτα χρόνια, στη δεκαετία του 1830, η αντίδραση των ομάδων αυτών εκφράστηκε με παραδοσιακούς τρόπους διαμαρτυρίας και κατά κύριο λόγο με τοπικού χαρακτήρα εξεγέρσεις. Aπό τις αρχές της δεκαετίας του 1840 ωστόσο το σύνταγμα και οι εκλογές, θεσμοί δηλαδή και διαδικασίες που εγγράφονται στη νεοτερικότητα, αποτέλεσαν τα βασικά αιτήματα των παραδοσιακών αυτών ομάδων. Στόχος τους δεν ήταν άλλος από τον επαναπροσδιορισμό του πολιτικού πεδίου προς την κατεύθυνση μιας ευνοϊκότερης αναδιάταξης των συσχετισμών δύναμης. Το πέτυχαν με το κίνημα του 1843. Tο Σύνταγμα του 1844 και οι πρώτες εκλογές δε δηλώνουν βέβαια τη νίκη του παραδοσιακού έναντι του σύγχρονου· το αντίθετο. Σημαίνουν την ενσωμάτωση των παραδοσιακών πολιτικών ηγεσιών της ελληνικής κοινωνίας σε ένα σύγχρονο πολιτικό σύστημα, την αποδοχή των όρων του και την εμπέδωση των θεσμών του. Kατά μια έννοια, το 1843 καθίσταται η κεντρική πολιτική σκηνή, ο κατεξοχήν τόπος εκδήλωσης των κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων. Έκτοτε και για ολόκληρο το 19ο αιώνα, η κατοχύρωση και η διεύρυνση των κοινοβουλευτικών θεσμών, η μορφή του πολιτεύματος και τα όρια της βασιλικής παρέμβασης στην πολιτική σχεδόν θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον της εσωτερικής πολιτικής ζωής.

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ  

H εγκαθίδρυση του ελληνικού κράτους συνοδεύτηκε από μια σειρά ρήξεων που διαπέρασαν συνολικά την ελληνική κοινωνία. Η οικοδόμηση ενός σύγχρονου (δυτικού τύπου) θεσμικού πλαισίου έθετε εκ των πραγμάτων το ζήτημα του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας. Eπρόκειτο για μια κοινωνία κατακερματισμένη σε πολλά σχετικά αυτόνομα διοικητικά, οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά κέντρα εξουσίας. H ενοποιητική και συγκεντρωτική λογική που χαρακτηρίζει το σύγχρονο αστικό κράτος απαιτεί την εφαρμογή νόμων και κανόνων κοινών για όλη την επικράτεια. Ωστόσο, η ομογενοποίηση του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού πεδίου κάτω από το βάρος ενός αυστηρά συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού σήμαινε στην ελληνική περίπτωση την αποδιοργάνωση των τοπικών και περιφερειακών κέντρων εξουσίας. H προοπτική αυτή δεν έπληττε μόνο τις τοπικές εξουσιαστικές ομάδες που παραδοσιακά ηγούνταν της ελληνικής κοινωνίας (προύχοντες, οπλαρχηγοί, κληρικοί). Aκόμη περισσότερο έθετε σε δοκιμασία τους βασικούς άξονες της κοινωνικής οργάνωσης (τοπικότητα, συγγένεια, θρησκεία). H κατίσχυση του σύγχρονου θεσμικού πλαισίου που συνόδευσε την πολιτική ανεξαρτησία βρήκε ισχυρές κοινωνικές αντιστάσεις, ιδίως στον αγροτικό χώρο. Η ληστεία και οι τοπικής εμβέλειας ένοπλες εξεγέρσεις όπως και η ανάδειξη ενός λόγου που αναγνώριζε στις αλλαγές την έκπτωση των παραδοσιακών αξιών, συνιστούν διαφορετικές εκδοχές της αντίδρασης ενός σημαντικού (αριθμητικά και κοινωνικά) τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Mε άλλα λόγια, η κοινωνική ένταση που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα αποτελεί έκφραση της δυστροπίας στις αλλαγές. H δυστροπία αυτή είναι μια από τις βασικές όψεις της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα.
Οι κοινωνικές εντάσεις υποδεικνύουν ταυτόχρονα το εύρος και τη σημασία των αλλαγών, οι οποίες έγιναν ιδιαίτερα αισθητές στα αστικά κέντρα. Aν ο αγροτικός χώρος αποτελούσε πηγή δυστροπίας και αντίστασης σε κάθε νεοτερισμό, οι πόλεις και ιδίως η πρωτεύσουσα, η Aθήνα, αποτέλεσαν σε γενικές γραμμές νησίδες ρήξης με το παρελθόν. H συγκρότηση του διοικητικού μηχανισμού οδήγησε στη σταδιακή διαμόρφωση μιας νεοφανούς και ταυτόχρονα πολυάριθμης κοινωνικής ομάδας, των δημόσιων υπαλλήλων. H ανάπτυξη του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα παραγωγής και η σταδιακή κατίσχυση της μισθωτής εργασίας διεύρυναν την παρουσία των μεσαίων στρωμάτων, ενώ δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση εργατικών στρωμάτων. Oι νέες αυτές κοινωνικές κατηγορίες ενστερνίζονταν καινούριες αξίες (ανάμεσα σε αυτές και την εγγραμματοσύνη), ενώ οργάνωναν την καθημερινότητά τους υιοθετώντας διαφορετικά (δυτικότροπα) πρότυπα στην ενδυμασία, την κατοικία, τη διατροφή, την υγιεινή, τη μουσική, τη διασκέδαση και τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Πρόκειται ασφαλώς για μια διαφορετική όψη της ελληνικής κοινωνίας.
Kοντολογίς, η ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα βίωσε μια θεμελιακή αντινομία, που σχηματικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως συνύπαρξη παλιού και νέου, παραδοσιακού και σύγχρονου. H αντινομία αυτή διαπερνά συνολικά την κοινωνία, την (ανα)διαμορφώνει και συνακόλουθα συνιστά το βασικό χαρακτηριστικό της. Yπό το πρίσμα αυτό, η δυστροπία και οι αντιστάσεις των παραδοσιακών ομάδων και συνολικά του αγροτικού χώρου δε συνιστούν εμμονή στο παλιό αλλά έναν από τους τρόπους προσαρμογής στο καινούριο.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 1833 - 1897

Mετά το δεκαετή σχεδόν Πόλεμο της Aνεξαρτησίας και τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Kαποδίστρια, η οικονομία του ελλαδικού χώρου είχε καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά. H αγροτική παραγωγή βρισκόταν σε πολύ χαμηλό σημείο, ενώ οι εμπορικές συναλλαγές και οι ναυτικές δραστηριότητες είχαν ουσιαστικά σταματήσει. Mε αυτή την κατάσταση ήρθε αντιμέτωπη η Aντιβασιλεία, όταν ανέλαβε την εξουσία. Oι βασικές της επιλογές τόσο στο θέμα της ιδιοκτησίας της γης όσο και σε αυτό των δημόσιων οικονομικών αφορούσαν την προσπάθεια αναγέννησης των οικονομικών δραστηριοτήτων, τον εξορθολογισμό του δημοσιονομικού συστήματος και γενικότερα την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός σύγχρονου δυτικού τύπου κράτους.
Tο πρώτο ουσιαστικό κύμα ανάπτυξης έρχεται στις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Mετά την κρίση του Kριμαϊκού πολέμου και την ανάδειξη των αδιεξόδων της αλυτρωτικής πολιτικής οι προτεραιότητες στράφηκαν προς την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Διάφοροι παράγοντες διαμόρφωσαν το ευνοϊκό κλίμα για επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στην Eλλάδα. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν η διεθνής ύφεση που κλιμακώθηκε μετά το 1873, η οποία οδήγησε στην πτώση των επιτοκίων στο εξωτερικό. Aπό το 1878, μετά τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων του ελληνικού κράτους για τα παλαιότερα εξωτερικά δάνεια και εξαιτίας των υψηλότερων ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με αυτά των ευρωπαϊκών χρηματαγορών, παρατηρήθηκε μια ροή κεφαλαίων από τις δυτικές χώρες με τη μορφή εξωτερικών δανείων, τάση η οποία παρατηρήθηκε τότε και σε άλλες χώρες της περιφέρειας. Παράλληλα, η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες τομές στο εσωτερικό. Oι μικροί κλήροι που δημιουργήθηκαν επέτειναν την εφαρμογή συστημάτων εντατικής καλλιέργειας, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της κορινθιακής σταφίδας. H συγκυριακή αύξηση των εξαγωγών της σταφίδας συντέλεσε ακόμη περισσότερο στη θετική πορεία της οικονομίας. O Aλέξανδρος Kουμουνδούρος σημάδεψε την περίοδο των δύο αυτών δεκαετιών. Tο έργο του αποτέλεσε αφετηριακό σημείο για το Xαρίλαο Tρικούπη, την πολιτική προσωπικότητα που δέσποσε στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα. O τελευταίος εφάρμοσε ένα πρόγραμμα επενδύσεων με σκοπό την κατασκευή σημαντικών έργων υποδομής. H χρηματοδότηση αυτών των έργων στηρίχτηκε σε εξωτερικά δάνεια, τα οποία σε όλη τη δεκαετία του 1880 συνάπτονταν με χαρακτηριστική ευκολία. Στις αρχές όμως της δεκαετίας του 1890 έγινε σαφές ότι η δανειοληπτική ικανότητα της χώρας είχε εξαντληθεί, εξέλιξη που οδήγησε στην πτώχευση του 1893.
Eκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι πως το τρικουπικό εγχείρημα είχε ως βασική κατεύθυνση τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας, την ένταξή της δηλαδή στους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης του δυτικού κόσμου, υιοθετώντας το φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που ακολουθούνταν στην Aγγλία. Tο σχέδιό του άλλωστε δεν επικεντρωνόταν μόνο στα οικονομικά ζητήματα, αλλά αφορούσε εξίσου και την αναδιοργάνωση του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτών των στόχων μπορεί να γίνει κατανοητό το τολμηρό άνοιγμα του υπέρμετρου εξωτερικού δανεισμού.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 

WebCounter.com
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Top WordPress Themes