ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ




Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»


Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»

(1859-1944)

"Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
 τα πόδια να φιλήσουμε
του δυνατού 
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας"

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης. 
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7 χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του. 

Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί το 1876 με τίτλο "Ερώτων 'Eπη" θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα. 

Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του, ο "Ύμνος της Αθηνάς", ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης.

Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή "Τα μάτια της ψυχής μου", η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το 1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει το έργο του. 
'Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές, το "'Αστυ" και τον "Τάφο". Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους "Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης", το 1904 την "Ασάλευτη Ζωή", το 1907 τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου", το 1910 την "Φλογέρα του Βασιλιά" και το 1919 "Τα Δεκατετράστιχα", τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια. 
Το 1925 παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους "Δειλούς και σκληρούς στίχους" (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους, το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.


Στη Σκιά του Ποιητή

Αλησμόνητη θα μου μείνει η τραγική εκείνη ημέρα του 1944, που ανάμεσα σε γνωστούς και αγνώστους μου πνευματικούς ανθρώπους της Πατρίδας μας βρέθηκα κι εγώ στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών μπροστά στο νεκρό μεγάλο μας Ποιητή. Ήταν η πιο γνήσια Ελληνική στιγμή, που έζησα μέσα στη δίνη της ξένης κατοχής. Σαν απείραχτο απ' το χρόνο και την καταστρεπτική μανία του πολέμου το Αθηναϊκό Κοιμητήρι έμενε μια γνήσια Ελληνική γωνιά, λες κι ήθελε να πλαισιώσει με λίγη Ελληνική ομορφιά την τελευταία σκηνή από τη δραματική παρουσία του Ποιητή.

Ο Σικελιανός και ο Σκίπης με τα συμβολικά τους λόγια αποχαιρετώντας τον Μεγάλο Έλληνα, που έφευγε κάτω από τις σκοτεινές μορφές των κατακτητών φρουρών, έδωσαν εξ ονόματος ολοκλήρου του Έθνους τον όρκο ότι και τώρα, όπως και πάντα στο παρελθόν, όπως και πάντα στο Μέλλον η Ελλάδα θ' αγωνιστεί για να σώσει την ελευθερία της και να διατηρήσει την αξιοπρέπεια της. Μια υπόσχεση στη σκιά του Ποιητή, πως θα συνεχίζαμε το μήνυμα του '40.
Τα δάκρυα μου σμίξανε με τα δάκρυα των παλαιών φίλων του Ποιητή, κι εκείνη την ώρα αισθανόμουν σαν απέραντη ορφάνεια πνευματική να σκέπαζε το Έθνος μας με το θάνατο του Κωστή Παλαμά, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή του. Γιατί ο Παλαμάς δεν υπήρξε για την Ελλάδα ένας από τους πολλούς Ποιητές της. Υπήρξε μαζί με το Σολωμό ο βαθύτερος Εθνικός της Ποιητής και ο σημαντικώτερος πνευματικός οδηγός της επί μισό περίπου αιώνα. Ο πιο ενθουσιώδης και ο πιο βαθυστόχαστος ποιητής της νεώτερης Ελλάδας, που σε κάθε κρίσιμη στιγμή του Έθνους έδωσε το «παρών» και αγωνίσθηκε για τα Εθνικά Ιδανικά, πρωτοπόρος πάντα και μαζί λάτρης του παρελθόντος.
...Η μακροχρόνια αφοσίωση του στη Λογοτεχνία από το 1876, που δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα στο «Αττικόν Ημερολόγιον», μέχρι το θάνατο του ανέδειξε το πολυσύνθετο ταλέντο του, που είχε σαν αποτέλεσμα να τον καθιερώσει σαν ένα από τους πολυγραφότερους, αλλά και στοχαστικώτερους λογοτέχνες της Νεώτερης Ελλάδας:
Πεζογράφος - θάνατος Παλληκαριού -
Θεατρικός συγγραφέας - Η Τρισεύγενη -
Κριτικός - Τα Πρώτα Κριτικά κ.ά. -
Δημοσιογράφος - «Ακρόπολις», «Εφημερίς», «Εμπρός» με συνεργασίες και σ' όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά του καιρού του -
Αλλά κατ' εξοχήν Ποιητής, λυρικός και επικός - Τραγούδια της Πατρίδος μου, Τα μάτια της ψυχής μου, Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, Ο Τάφος, Η ασάλευτη ζωή, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Η φλογέρα του Βασιλιά, Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, Τα Σατιρικά Γυμνάσματα, Η πολιτεία και η μοναξιά, Βωμοί, Δειλοί και Σκληροί στίχοι κ.ά., κι έκλεισε μέσα στην ψυχή και το έργο του την πιο συγκλονιστική περίοδο της νεωτέρας μας Ιστορίας, όταν το Έθνος αγωνιζόταν να αποκτήσει συνείδηση της αξίας και της αποστολής του και ν' απελευθερώσει τους υπόδουλους, κατακτώντας τον σκλαβωμένο Ελληνικό χώρο.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τον τιτανικό ηγετικό μαζί και αναγεννητικό ρόλο που έπαιξε ο ποιητής στην πνευματικήν αναγέννηση της Πατρίδας μας από τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, πρέπει να γνωρίζομε την κατάσταση της Ελλάδας την εποχή που άρχισε τις πρώτες του πνευματικές αναζητήσεις:
Στη γλώσσα; Η ανεδαφική καθαρεύουσα των Φαναριωτών, που ήταν αδύνατο να πλησιάσει το λαό μας.
Στη Λογοτεχνία; Άγονη μίμηση, όταν δεν ήταν αντιγραφή Γαλλικών ιδίως ρωμαντικών προτύπων. Αυτός ο νοσηρός νεορρωμαντισμός, όπως ξαπλώθηκε τότε στην Ελλάδα, που τόσο έβλαψε τη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής παρασύροντας τους Έλληνες Λογοτέχνες μακριά από την πηγή κάθε ομορφιάς κι αλήθειας τον Ελληνικό χώρο και την Ελληνική ζωή μέσα στη νέκρα και την ψευτιά αφύσικων ανθρώπων, παράξενων γεγονότων κι εξωφρενικών πράξεων. κατά το τέλος του 19ου αιώνα ξεπερνάει κάθε προηγούμενο όριο τόσο, που διώχνοντας κάθε Ελληνικό στοιχείο δείχνει τη νεοελληνική Λογοτεχνία σαν άτεχνη παράφραση της Γαλλικής.
«Η μίμηση παραμόρφωσε τόσο την επίδραση, ώστε να γεννιούνται απ' αυτήν αληθινά τέρατα, ακόμη και στη γλώσσα. Επειδή η λογοτεχνία αυτή στην καθαρεύουσα μιμήθηκε και το ύφος και το συντακτικό της Γαλλικής και έμπασε στην καθαρεύουσα το πλήθος των Γαλλισμών, η γλώσσα και το ύφος ταιριάζανε και με το πνεύμα», γράφει ο ιστορικός της Νεοελλ. Λογοτεχνίας Ηλ. Βουτιερίδης.
Στην πνευματική ζωή; Ο συντηρητισμός και ο στείρος Λογιωτατισμός.
Στην πολιτική; Ο ολέθριος κομματισμός και η πολιτικομανία, που διασπούσε επικίνδυνα τις δυνάμεις του Έθνους σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του. Αυτός ο κομματικός διχασμός, ο ατομικισμός, η απειθαρχία, η μοιρολατρεία, η προγονοπληξία, η ξενομανία, που πήγαζε απ' αυτήν και που οφείλεται βέβαια και στο φιλόξενο πνεύμα του λαού μας, αλλ' αυτό τον καιρό έχει αποκορυφωθεί από υπολογισμό πως οι φιλέλληνες θα βοηθήσουν την Ελλάδα ν' απελευθερώσει τους υπόδουλους της, εμποδίζουν την Ελλάδα ν' αξιοποιήσει τις δικές της δυνατότητες, ν' αντιμετωπίσει θετικά και ρεαλιστικά τα προβλήματα της, να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις για τη δημιουργία ενός νέου Ελληνισμού, και την οδηγούν στον άτυχο πόλεμο του '97.

Εάν μελετήσουμε προσεκτικά το έργο του Κ. Παλαμά, θα διαπιστώσουμε αμέσως πως ο ποιητής μέσα σ' αυτό το πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό χάος προσπαθεί να θεμελιώσει και να πυργώσει μιαν ανώτερη Ελλάδα, γεμάτην αξιοπρέπεια και δύναμη, ελεύθερη από κάθε είδους σκλαβιά, στηριγμένη πάνω στη δική της αξία και ομορφιά.
 Για να υψώσει όμως το μεγαλειώδες (όπως ήταν στην ψυχή του Ποιητή) οικοδόμημα, έπρεπε πρώτα να γκρεμίσει τα εμπόδια, να εξαφανίσει τις ανασταλτικές προσπάθειες του άγονου συντηρητισμού, να λυτρώσει τον Ελληνικό λαό από τη μοιρολατρεία και τις προλήψεις. Έτσι στον ανίλεον αυτόν αγώνα του αυτός ο αλύγιστος γκρεμιστής οιστρηλατείται από το όραμα ενός υψηλού πνευματικού πολιτισμού, του οποίου θα γίνει ο κτίστης:

«Χτίστης και οικοδόμος έγειρα το λαχανιασμένο στήθος. 

Τ' άχαρο κουφάρι σκέβρωσα, για να υψώσω μια κολώνα...».

Κι αλλού:
«Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατ' είμαι εγώ κι ο χτίστης.

Ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. 

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. 

Στου μίσους τα μεσάνυχτα λάμπει ενός πόθου αστέρι...».

Κι όλος αυτός ο οργασμός του γκρεμιστή ένα έχει όραμα κι έναν πόθο: Να ιδεί υψωμένο στη θέση των χαλασμάτων το Παλάτι της Ρωμιοσύνης, όπως αυτός το ονειρεύτηκε :

«Ώχου εσύ, παλάτι ακάμωτο, ω σαράι μες στα σαράγια!...

Εγώ μέσα μου το χάραξα μοναχός μου ! Μοναχός μου !».

Στο έργο του «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» βρίσκομε την απολογία του αγώνα του: Ο ποιητής με τη συμβολική μορφή του τσιγγάνου γκρεμίζει τις συμβατικές αντιλήψεις για τον Έρωτα, την Πατρίδα, τη ρηχή ειδωλολατρική πίστη, για τους Αρχαίους, για την Τέχνη, για να υψώσει στη θέση τους τις ίδιες ηθικές αξίες αληθινές!

Μα για να προχωρήσει στο σκοπό του χρειάστηκε πρώτα να δαμάσει το Μινώταυρο του γλωσσικού ζητήματος. Μαζί με τα άλλα στοιχεία και τα ιδανικά, που συγκροτούσαν τη λαϊκή παράδοση και που τα έφερε στο φως ο Νικόλαος Πολίτης με τις περίφημες Λαογραφικές πραγματείες του ήδη από το 1870 και την ίδρυση της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας το 1908, βάλθηκε να αξιοποιήσει αισθητικά προ πάντων τη γλώσσα του λαού, όπως είχε διασωθεί στα δημοτικά τραγούδια, τα παραμύθια, τις παραδόσεις και τους θρύλους της λαϊκής Λογοτεχνίας.
«Κατέχοντας ο ίδιος ένα μοναδικό γλωσσικό αισθητήριο και ασυνήθεις γλωσσοπλαστικές ικανότητες και προικισμένος με ακαταπόνητη εργατικότητα, ανέδειξε στο έργο του τον πλούτο της γλωσσικής παραδόσεως ενός προικισμένου και εκφραστικά ανεξάντλητου λαού».
«Το έργο του Παλαμά, έγραψε το 1943 ο γλωσσολόγος Καθηγητής Νικόλαος Ανδριώτης, είναι η αποθέωση του νεοελληνικού γλωσσικού θησαυρού. Όταν υψωθούν οι νεοελληνικές σπουδές στον τόπο μας στο επιστημονικό ύψος, που αξίζουν και που η μεγάλη θέση της Ελληνικής γλώσσας στην Ιστορία των γλωσσών επιβάλλει, το έργο του Παλαμά θα είναι η ακένωτη πηγή υλικού και η μελέτη του επιστέγασμα στη γνώση της καλλιεργημένης κοινής Νεοελληνικής».
Αρχικά διώχθηκε για τους γλωσσικούς του αγώνες, τελικά όμως το κύρος του έδωσε τη νίκη στο Δημοτικισμό. Ο Παλαμάς ήταν πια ο γίγαντας του πνευματικού μας κόσμου.
Στο Δωδεκάλογο του Γύφτου αρχίζει με τη γυναίκα και τον έρωτα:

«Περδικόστηθη τσιγγάνα, ω μαγεύτρα
που μιλείς 
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα γλώσσα προσταγής !...»

Γύρω στα 1900 έφθασε και στην Ελλάδα η πνοή του Φεμινισμού με την τολμηρή κι εμπνευσμένη Καλλιρρόη Παρρέν. Για τον Παλαμά το ζήτημα είναι βαθύτατα ενδιαφέρον και κυρίως εσωτερικό.
Όταν μιλάς για τη γυναίκα, μιλάς για τη μισή ανθρωπότητα, αν όχι για ολόκληρη, αφού ο πρώτος της δάσκαλος είναι η μητέρα. Ο Ποιητής πιστεύει στην αξία της γυναίκας και αξιώνει την απολύτρωση της. Γνωρίζει όμως ότι η λύτρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί από εξωτερικούς συντελεστές, αλλά μέσα στην ψυχή της ίδιας της γυναίκας με τη δική της δασικά ουσιαστική προσπάθεια:

«Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις 
για τον ξεσκλαβωμό σου,
δε σε φτάνει 
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις 

Το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι 
στο νέο βωμό.
Μέσα σου πρώτα κάψε 
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, κέρδος, πρόληψη.
Και σκάψε, και του παλιού καιρού τα παραμύθια, 

κι ας είν' όμορφα, μια για πάντα θάψε...»

Δεν πρόκειται η γυναίκα να βρει το σωστό δρόμο της κοινωνικής χειραφέτησης της στην εξωτερική εξομοίωση της με τον άνδρα, αλλά στην πλήρη εναρμόνιση του πλούσιου συναισθηματικού της κόσμου με τη διανοητική σύνεση και την ηθικοποίηση του χαρακτήρα της, με προϋποθέσεις ελευθέρας εκλογής και με τη σοβαρή αντιμετώπιση της ουσίας του ζητήματος.
Από την έλλειψη αυτής της αρμονίας χάνεται η Τρισεύγενη του, αυτός ο ειλικρινής, αυθόρμητος και ανυπόταχτος τύπος γυναίκας, που γίνεται ολοκαύτωμα στον αμόλευτο και πλούσιο, αλλά και ανεξέλεγκτο και ασυγκράτητο συναισθηματικό της κόσμο, λέγοντας «κριτής μου αλάθητος είναι η καρδιά».
Όμως ο Παλαμάς πιστεύει πως «η καρδιά το θάμα αν είναι της καρδιάς το μάτι ο νους». Στον αρμονικό συνδυασμό του νου και της καρδιάς βρίσκεται για τον Παλαμά η ιδανική γυναίκα κι ακόμα σαν λάτρης των ηρωίδων της Ελληνικής Επαναστάσεως και μάλιστα των γυναικών του Μεσολογγίου, στον ηρωισμό, την απλότητα, την ευθύτητα. Η πονηρή και υποκριτική γυναίκα, όσο κι αν χειραφετηθεί, δεν θα είναι ποτέ ελεύθερη.

Δεύτερο πρόβλημα που απασχολεί τον Παλαμά στο Δωδεκάλογο είναι η αρχαιομανία, που στην προσπάθεια να σύρει τον Ελληνισμό στο παρελθόν υποβιβάζει την αξία του παρόντος και μάλιστα των ηρώων του '21, που με το αίμα τους κέρδισαν την ελευθερία για την Ελλάδα, και καθιστά αμφίβολο το Μέλλον.
Ο Παλαμάς θαυμάζει τους Αρχαίους προγόνους μας για την πρωτότυπη δημιουργία, την αυτοπεποίθηση, την ακέραια βίωση της ζωής τους. Τους θαυμάζει γιατί δεν είναι ετερόφωτοι. Μόνο αν μπορέσαμε να τους μοιάσαμε και μεις στην πρωτοτυπία, την ακεραιότητα, την ανεξαρτησία, θα κάνομε αξιόλογο Ελληνικό Έθνος κι όχι με το να τους μιμηθούμε ή να τους δοξολογούμε τυφλά. Από αυτούς θα πάρομε ό,τι ωραίο και μεγάλο είχαν, για να κάνομε το δικό μας κόσμο, το σύγχρονο Ελληνικό, με τη δική μας νέα προσφορά.

«Ω αθάνατοι κι ωραίοι!
Τη ζωή την ολοζώντανη μια φορά τη ζήσατε...
Aλλος αέρας τώρα κι άλλος ήλιος για σας πια...
Κι όποιος δούλος σας θα γίνει και σας πάρει καταπόδι,
ή ένας μόνος ή όλο Έθνος, θα σβηστεί με σας.
Και μονάχα όποιος μαζί σας δε θα χάσει τον εαυτό του 

και θα κόψει μόνο απ' τ' άνθια σας, για να στεφανώσει τα μαλλιά του
θα τραβήξει στολισμένος με τη χάρη σας, θα τραβήξει εμπρός.
Μάθε: Η προκοπή δεν είναι για τους δούλους...
Μάθε: Η προκοπή για τους ελευθέρους, για μας

Όμως όλες οι νέες αυτές ιδέες, που κατακλύζουν το έργο του Παλαμά, ένα έχουν κίνητρο: Το θερμό του πατριωτισμό. Τείνουν προς ένα υψηλό ιδανικό που πλημμυρίζει τη διάνοια του Ποιητή, το ιδανικό της Πατρίδας και δείχνουν μιαν έντονη λαχτάρα: Τη θεμελίωση μιας ανώτερης και δοξασμένης Ελλάδας, που θα κρατήσει ξανά, όπως στα αρχαία χρόνια, τη δάδα του πολιτισμού και του ανθρωπισμού, προσφέροντας το φως της στην ανθρωπότητα. Ο πατριωτισμός του Παλαμά είναι ιδεαλιστικός. Πιστεύει πως το όραμα της Ελλάδας του θα πραγματωθεί κυρίως με τη μόρφωση, με το πνευματικό ανέβασμα του λαού. Κι επομένως σ' αυτό το αναγεννητικό έργο δασικό ρόλο θα παίξει η Παιδεία:

«Πολεμάς να στυλώσεις, Κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα 
της πολιτείας το σαλεμένο σπίτι!
Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ' άλλη στράτα:

Το νου μας πρώτα στήλωσε και χτίσε,
και πρώτ' απ' όλα αλφαβητάρι κράτα...

Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μας κρατάνε 
κακά στοιχειά·
το μάγεμα τους λύσε.
Και στα χείλια οι καρδιές μας πάλι ας πάνε. 

Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής.
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θάναι.

Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς».

Με το ποίημα αυτό του δίνεται ξανά και η ευκαιρία να χτυπήσει την αρχαιοπληξία και να προβάλει τα δικαιώματα του Νέου Ελληνισμού. Πιστεύει όμως ο Ποιητής πως μόνο με την εσωτερική ανάταση, την αδελφοσύνη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και προ πάντων τη γενική κάθαρση του εαυτού μας και με την Αγάπη θα μπορούμε να ελπίσαμε σε μιαν αναγέννηση της σύγχρονης Ελλάδας.

«Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός
και να ξημερώσει μιαν αυγή 
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!.. 

Και μην έχοντας πιο κάτω άλλο σκαλί να κατρακυλήσεις
πιο βαθιά στου κακού τη σκάλα, για τ' ανέβασμα ξανά
που σε καλεί θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά! 

τα φτερά, τα φτερά τα προτινά σου τα μεγάλα!»

Μ' αυτή τη θερμή πίστη του για το μέλλον αφήνει την ιερή παρακαταθήκη στη νέα γενιά:

«Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις, 

όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις. 

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα... 

Και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του...»

Είναι αλήθεια ότι το έργο του Παλαμά κλείνει πολλήν Ελλάδα μέσα του και ίσα-ίσα αυτή η αιώνια πηγή εμπνεύσεως δίνει την ιδιαίτερη σφραγίδα της και μοναδικήν αξία στο έργο του.
Και μιλάει ο Παλαμάς με τόση θέρμη, τόση λατρεία για την Ελλάδα, που κατηγορήθηκε πως το έργο του κλείστηκε από τον πατριωτικό του σωβινισμό. Κι ήταν ένας λόγος που, όταν στα 1928 είχε προταθεί για το Nobel Λογοτεχνίας, δεν έλαβε το βραβείο. Μα αυτό στάθηκε μια τραγική παρεξήγηση για το Παλαμικό έργο, που παράλληλα παρουσιάζει και το οικουμενικό πνεύμα και τον φιλειρηνισμό, απαραίτητες προϋποθέσεις για μια τέτοια βράβευση.
Ακόμα και το νόημα που δίνει στην έννοια Ελλάδα και Πατρίδα αγκαλιάζει συνήθως ολόκληρο τον Κόσμο, χωρίς στενό Εθνικιστικό Πατριωτισμό, γιατί η Ελλάδα από την πολιτισμική της θέση στην Ιστορία της ανθρωπότητας είναι η Πατρίδα των Πατρίδων, αλλά και ολόκληρο το έργο του είναι πλημμυρισμένο από μια συγκλονιστική οικουμενικήν ανθρωπιά:

«Στην αργατιά, στη χωριατιά, το χιόνι, η γρίππη,
η πείνα, οι λύκοι, 
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη! 

Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά - καλοκαιριά στην κάμαρα μου. 

Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου!»

Και πάντα στέκεται με τόσο στοργική συμπαράσταση κοντά στο δουλευτή, που μοχθεί για το ψωμί του:

«Εμείς οι εργάτες είμαστε
που με τον ίδρωτα μας 
ποτίζομε τη γη,
για να γεννά 
καρπούς, λουλούδια,
τ' αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας. 

Φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η Αργατιά. 

Εμείς οι εργάτες είμαστε
που με τον ίδρωτά μας ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί. 

Πιο δυνατά κι απ' τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας 

και μ' όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν κι η γη πλουτεί... 

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη,

νόμοι στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή. 

Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.

Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!»

Ή με την τρυφερή ανοιχτή καρδιά, πρόθυμη πάντα να ξεκουράσει τον ξωμάχο, να δροσίσει το διψασμένο, να παρασταθεί στον ξένο, να παρηγορήσει τον απελπισμένο:
Όλη του η κοινωνική λαχτάρα φανερώνεται στο ποίημα του «Το σπίτι μου», που δε θέλει να το χτίσει στην ήρεμη πράσινη ραχούλα, ούτε στον πλατύ δρόμο με τα παλάτια και τους κήπους, ούτε στο πρόσχαρο ακρογιάλι, που το φιλεί το κύμα, αλλά εκεί όπου:

«Ατέλειωτη τραβάει μια στράτα,

σκίζει μια χέρσα απλοχωριά,

σκληρά τη δέρνει τ' αγριοκαίρι

και ο λίβας τη χτυπά,

μια στράτα χιλιοπατημένη,

τον καβαλλάρη νηστικό,

τον πεζοδρόμο διψασμένο

θάφτει στον κουρνιαχτό.

Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω
με
μια βρυσούλα στην αυλή·

πάντα η γωνιά του θα καπνίζει

κ' η θύρα του ανοιχτή».

Μελετώντας το έργο του Παλαμά παρατηρούμε αντιφάσεις, ανακλήσεις, παλινωδίες. Είναι γιατί μέσα απ' αυτό περνούν όλα τα αισθητικά ρεύματα και όλες οι ιδεολογίες όχι μόνο της εποχής του, αλλά και του παρελθόντος. Χαρακτηρίζοντας ο ίδιος αυτή τη ρευστότητα της ψυχικής του διαθέσεως, αλλά και των ιδεολογικών του προσανατολισμών, αποκαλεί τον εαυτό του Πρωτεϊκό από τη μυθική θεότητα της θάλασσας τον Πρωτέα, που άλλαζε συνεχώς μορφές.
Ο Πρωτεϊσμός αυτός του Παλαμά που πέρα από την ψυχική καταβολή δεν είναι άσχετος προς τις αντιφάσεις της αδιαμόρφωτης ακόμη νεοελληνικής κοινωνίας μαζί και με την αναφορά του στις ιστορικές του γνώσεις («ποιητικό χρονογράφο της Φυλής» αποκαλεί τον ποιητή ο Νίκος Βέης) δημιούργησε από πολύ νωρίς την αντίληψη, πως ο Παλαμάς καλλιεργούσε μια ποίηση σκοτεινή και πολύ διανοητική κι ότι από το έργο του και την τραχεία του γλώσσα λείπει ο τρυφερός λυρισμός. Σχετικά με τον Πρωτεϊσμό του γράφει ο ίδιος:

«Εμένα η κυρά μου προστάζει η Πολυμνία 

να υψώνω τον ύμνο στα πάντα του κόσμου...»

Γράφει ακόμα:

«Έχω τη συνείδηση πως ένας δεν είμαι.
Είμαι όχι με το αλλά με τα εγώ μου»,
ή

«μια πλατωσιά έχω μέσα μου κι ευρύχωρα χωρίσματα,
για να φιλοξενώ κάθε λογής ιδέες
και να τάχω πάντα καλά με κάποιες και με πολλές από κείνες».


Την ίδια πολυπροσωπία εκφράζει κι αλλού αναφερόμενος στο έργο του:

«Είναι φωτογραφίες μου παρμένες σε διάφορα στασίματα,
με διάφορα φορέματα, σε διάφορες ηλικίες της σκέψης μου».

Περισσότερο όμως το ζήτημα είναι αντικειμενικό. Ο Παλαμάς καθρεφτίζει στο έργο του, σαν λεπτεπίλεπτος δέκτης, την ιδεολογική ρευστότητα και τις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής του.

Στο αδιάκοπο πέρασμα του από ιδέες και αισθητικά ρεύματα, ο Κ. Παλαμάς στάθηκε για λίγο στο αντικοινωνικό δόγμα του Εστετισμού: «Ars gratia artis». Αφορμή για να εκδηλώσει την ιδεολογική αυτή θέση του έδωσε η περίφημη ηθοποιός Ελεονώρα Ντούζε, που σε επίσκεψη της μαζί με τον ποιητή Γκαμπριέλε Ντ' Αννούντσιο στην Πατρίδα μας είχε ερμηνέψει στο θέατρο την «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν.
Ανάμεσα στις κριτικές που πλημμύρισαν τότε τον Αθηναϊκό Τύπο, είδαν το φως και δύο ξεχωριστές κι αξιοπρόσεχτες για την άποψη, που υποστήριζαν. Ήσαν οι κριτικές του Κ. Παλαμά και Γρ. Ξενόπουλου. Ενθουσιασμένος ο Παλαμάς, γιατί το έργο δεν έγινε αντιληπτό από τους πολλούς, έγραψε τότε για την «ολόφωτη διάνοια των εκλεκτών που ένοιωσαν το έργο», για τη «νοημοσύνη των πορτιέρηδων», «το χυδαίο όχλο» και «την ψυχή του πλήθους», «του πλήθους το ξεφάντωμα» για τα κατώτερα έργα, που δεν «συμβιβάζεται με την Αξιοπρέπεια της Τέχνης».
Το άκριτο δόγμα τους ήρθε να καταρρίψει ο Α. Καρκαβίτσας:
«... Ζητούν ν' απαγορεύσουν εις τον καθένα να τους εννοεί. Και βέβαια το έχουν κατορθώσει και χωρίς να θέλουν προ πολλού αυτό, αλλά τώρα πάσχουν να πείσουν εκείνους που περιφρονούν, ότι αυτοί σφιχτοκρατούν την "ολόφωτη διάνοια και την αξιοπρέπεια της Τέχνης"...».
Η ιδεολογική αυτή πάλη εναντίον και υπέρ του ρεύματος του Εστετισμού συνεχίστηκε και σε άλλα έντυπα με τον τίτλο «Των ιδεών ο χορός» και έλαβαν μέρος και άλλοι λογοτέχνες.
Ευτυχώς ύστερα από έξι χρόνια ο Παλαμάς βρίσκει την ευκαιρία να εκδηλώσει πολιτισμένα τη μετάγνωσή του: «... Μπορεί και στο ζήτημα τότε να ήμουν εγώ πιο πολύ στο άδικο, περισσότερο στο δίκιο εκείνος...», δηλώνει σε συνέντευξη του στο «Νουμά» (26-11-1906).

Σκοτεινή η ποίηση του Παλαμά δεν είναι παρ' όλο το συμβολισμό της. Χρειάζεται μόνο περισσότερη μόρφωση και κάποια προσπάθεια εκ μέρους του αναγνώστη. Για να τον πλησιάσεις χρειάζεται προπαιδεία. Ο ίδιος γράφει σχετικά:

«Στέκονται οι άνθρωποι πάντα στου λόγου μου αδιάφοροι το άνθος,

γιατί δεν το 'χουν οι κήποι τους κι έτσι σαν τέρας το βλέπουν...

Μα εγώ δε θέλω την έγνοια, το κοίταμα εγώ των ανθρώπων,

τούτου και κείνου. Τον Άνθρωπο θέλω, τους ανθρώπους όχι...»

Για την άστοχη κατηγορία ότι λείπει από το έργο του ο τρυφερός λυρισμός δεν έχω παρά να παραθέσω δυο λυρικώτατα ποιήματα του:

"Ρόδου Μοσχοβόλημα"

Εφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά,

που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ήβρε χωρίς νιάτα,

κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες, καθώς με θαρρείτε το γέλιο του Μαρτίου

και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια

στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός ρόδου μακρινού

μου δάκρυσαν τα μάτια.


"Αρραβώνας"

Δεν μπορώ να μη σε βλέπω το χειμώνα 

Δεν μπορώ να μη σε ιδώ το καλοκαίρι!

Τί είν' ο Απρίλης με τα ρόδα του και μόνα, 

σαν δεν έλθεις με τριαντάφυλλα στο χέρι!

Δεν μπορώ να φανταστώ και στον αιώνα

μια στιγμή του που να μη σε ξέρει. 

Κι απ' τα στέφανα, που ο γάμος τάχει φέρει, 

πιο γλυκέ χαράς που μέλλεται αρραβώνα.

Με του λογισμού σου υπάρχω τον αγώνα! 

Μέρα μου και νύχτα, αυγή μου, μεσημέρι,

στέκω μπρος σου με γερμένο γόνα. 

Γίνομαι και του ίσκιου σου καρτέρι!»

Ο ηγετικός ρόλος του Παλαμά σε μια λογοτεχνική γενεά, που είχε αποδυθεί με πάθος σ' ένα πνευματικό πόλεμο, φυσικό ήταν ν' αφήσει τα ίχνη του στην ποίηση του. Οι αντίλαλοι από τις ιαχές μιας εν εξελίξει μάχης ιδεών, που ήταν πραγματική και όχι γέννημα ποιητικής φαντασίας, γίνονται κάποτε ρητορεία και στόμφος, πλατειασμός και φραστική υπερβολή.
Αλλά η Παλαμική ποίηση δεν εξαντλείται καθόλου στα όρια μιας εποχής, έστω και αν στο τεράστιο αυτό έργο η έμπνευση κάποτε εκβιάζεται και πιέζεται από τις επείγουσες ανάγκες μιας δεδομένης ιστορικής στιγμής ή άλλοτε συσκοτίζεται από το βάρος των συσσωρευμένων γνώσεων. Το έργο του Εθνικού μας Ποιητή, γιατί κατ' εξοχήν Εθνικός Ποιητής είναι ο Παλαμάς, παραμένει στην κορυφή των πνευματικών επιτευγμάτων του νέου Ελληνισμού.

Στάθηκε σαν ένας πνευματικός γίγαντας στα Προπύλαια του Νεοελληνικού Πολιτισμού και φώτισε με την εμπνευσμένη του ψυχή το Ελληνικό Μέλλον. Του αξίζει να πούμε γι' αυτόν ό,τι Εκείνος έγραψε για το Μεσολόγγι: «Η θύμηση άχρονη μπροστά σου θα γονατίζει».

"Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, Ρωμηοί"

Το 1901 κυκλοφόρησε το έργο "Ιστορία της Ρωμηοσύνης" του Αργύρη Εφταλιώτη. Ήταν εποχή που τα ονόματα Ρωμηός και Ρωμηοσύνη συγκινούσαν περισσότερο, από ότι σήμερα, τους Ρωμηούς. Αυτό γιατί τα ονόματα Έλλην και Ελληνισμός εισαχθέντα συνταγματικώς κατά το 1822 δεν είχαν ακόμη επικρατήσει στην συνείδηση και την χρήση του λαού.
Παρά ταύτα ο Γεωρ. Σωτηριάδης έγραψε μία κριτική κατά της "Ιστορίας της Ρωμηοσύνης" του Εφταλιώτη όπου ισχυρίζονταν ότι η χρήση των ονομάτων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη αντί των Έλλην και Ελληνισμός δείχνει έλλειψη φιλοπατρίας και ότι η λέξη Ρωμηός πρέπει να αποφευχθεί διότι έχει τάχα καταφρονεμένη σημασία "ανθρώπου ευτελούς και χυδαίου".

Ο Μεσολογγίτης Ρουμελιώτης και επομένως υπερήφανος Ρωμηός, Κωστής Παλαμάς, έγινε εξωφρενών. Με την πέννα του γεμάτη εκδίκησι και ειρωνεία απάντησε στους κατά της Ρωμηοσύνης χλευασμούς του Σωτηριάδη με το έργον του "Ρωμηός και Ρωμηοσύνη".
Το έργον τούτο, αν και μικρό σε έκταση, είναι από τα ωραιότερα του μεγάλου αυτού ποιητή της Ρωμηοσύνης. 
Δεν απορεί κανείς, γράφει ο Παλαμάς, πώς ο Εφταλιώτης έγραψε Ρωμηός και όχι "Έλληνας", έγραψε Ρωμηοσύνη και όχι "Ελληνισμός".
Απορεί πώς ο κ. Σωτηριάδης, με όλα τα δώρα της επιστήμης και της ευφυΐας που τον ξεχωρίζουν ανάμεσα σε πολλούς, έκρινε ότι πρέπει να κατακρίνει τον συγγραφέα για το μεταχείρισμα των σωστών και των καλόηχων και των ωραίων όρων, και ερωτά ο Παλαμάς, «τάχα λησμόνησε (ο κ. Σωτηριάδης) πώς είναι ο άξιος μεταφραστής της " Ιστορίας της Βυζαντινής Λογοτεχνίας" του Κρουμπάχερ, και λησμόνησε πόσο καθαρά μας εξηγεί ο σοφός ιστορικός τη σημασία του κατηγορημένου Ρωμηού, σε λίγα λόγια ουσιαστικά, αμέσως από τα πρώτα φύλλα του έργου του;» (δηλαδή Ρωμαίος) «Διετηρήθη, γράφει ο Κρουμπάχερ, δια των φρικτών χρόνων της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, ως η πραγματική και μάλιστα διαδεδομένη επίκλησις του γραικικού λαού, απέναντι της οποίας η μεν σποραδικώς απαντώσα Γραικοί μικράν ιστορικήν σημασίαν έχει, η δε δια της Κυβερνήσεως και σχολείου τεχνικώς εισαχθείσα Έλληνες, ουδεμίαν».

Ορμώμενος από τα λόγια αυτά του Κρουμπάχερ ως και από την καθημερινή εμπειρία του λαού και την πρόσφατη ιστορία του έθνους, ο Παλαμάς τονίζει ότι όχι μόνον το ''Ρωμηός'', αλλά και το ''Έλλην'' χρησιμοποιείται κάποτε με όχι καλή σημασία. 

Γράφει ως εξής, «Ακόμη και τα ονόματα ''Έλλην'', ''Έλληνες'', ''ελληνικά πράγματα'' κ.τ.λ κάθε που παρουσιάζονται στη ζωή, οπωσδήποτε βαλμένα, με όλο τους τον κλασσικό φωτοστέφανο, χρησιμοποιούνται κ' εκείνα, κατά την περίσταση, ειρωνικώτατα και καταφρονετικώτατα. Όμως για τούτο κανενός δεν πέρασε από το νού να τα στείλη στο λοιμοκαθαρτήριο». 

Φαίνεται καθαρά πώς το 1901 υπήρχε ακόμη οξεία αντίθεση μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν την εκρίζωση της Ρωμηοσύνης, και εκείνων που αγωνίζονταν όπως ο Παλαμάς, να διατηρήσουν την χρήση του ''Ρωμηός'' και ''Ρωμηοσύνη'' τουλάχιστον στην δημοτική γλώσσα. 

Ο Παλαμάς παρουσιάζει και άλλα παραδείγματα ονομάτων με διπλή σημασία, καλή και όχι τόσο καλή, ανάλογα με την περίσταση όπου χρησιμοποιούνται - Μωραΐτης, Αρβανίτης, Καραϊσκάκης, κλέφτης, Εβραίος και το Γραικός των Φραντσέζων, που μπορεί να είναι οι ένδοξοι Περικλής, Μάρκος Μπότσαρης, Κανάρης, "αλλά και κάθε αλιτήριος".


«Ανάλογη λογική, συνεχίζει ο Παλαμάς, ακολουθούμε και στο μεταχείρισμα των όρων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Η μόνη διαφορά είναι πώς και τα δύο τούτα λόγια, επειδή δε μας έρχονται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραμερίστηκαν αγάλια, αγάλια, από την επίσημη γλώσσα, καθώς κι' όλα τα λόγια τα δυσκολομέτρητα της ζωής και της αλήθειας. Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, Ρωμηοί. Το όνομα (Ρωμηός) κάθε άλλο είναι παρά ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριελιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτη. Δείχνει ίσα ίσα τη ζωή και την πραγματικότητα της λέξης το ότι αυτή μας ήρθε πρόχειρα στην ειλικρινή μας και στην πιο φωτεινή μας ψυχική κατάσταση - στη συνείδηση του ξεπεσμού μας - για να διαλαλήσουμε τον ξεπεσμό αυτό, πιο πολύ από το γιορτιάτικο και από το δυσκίνητο τ' όνομα Έλλην, ακόμη και από το όνομα Έλληνας, που είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωμηός, και κρατούσε ως τα χτες ακόμη την αρχαία ειδωλολατρική σημασία. "Η μάννα τ' ήταν Χριστιανή κι ο κύρης τ' ήταν Έλλη(ν)", λεει ο Κυπριώτης ποιητής, και σημαίνει κι ως την ώρ' ακόμη, για τον πολύ λαό, τον αντρειωμένο, το γίγαντα». 

Ήδη απεκάλυψε ο Παλαμάς τους λόγους των φαινομένων αυτών όταν δήλωσε την συμφωνία του με τον Κρουμπάχερ ότι το όνομα τούτο εισήχθηκε "δια της Κυβερνήσεως και του σχολείου τεχνικώς".
Αλλά και την έξωθεν επιβολή του ονόματος τούτου αποκαλύπτει ο Παλαμάς με την εξής συνέχεια, «Κ' έτσι, σε νέο μαρτύρεμα, ο Ρωμηός φορτώθηκε στη ράχη του τις ξένες αμαρτίες των συνταγματικών Ελλήνων. Κ' έτσι έγινε ο εξευτελισμένος Ρωμηός των φωνακλάδων των καφενείων, ο φασουλής Ρωμηός των σατυρογράφων, ο ασυνείδητος Ρωμηός μέσα στο ψευτοβασίλειο που Ρωμαίικο το λένε».
Και έτσι καταλαβαίνει κανείς τι θέλει να πει ο Παλαμάς με τα ανωτέρω, "Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, Ρωμηοί".

Η συμβολή του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα

Ο Κωστής Παλαμάς, κορυφαίος ποιητής αλλά και πεζογράφος και ιστορικός και έγκυρος κριτικός της λογοτεχνίας μας, θεατρικός συγγραφέας και παράλληλα δημοσιογράφος και ιδρυτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ και της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος το 1931, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859 από γονείς Μεσολογγίτες. Όταν έμεινε πεντάρφανος, στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του, στο σπίτι του λόγιου θείου του Δημητρίου Παλαμά που ανέλαβε την προστασία και την ανατροφή των δύο ορφανών ανιψιών του.
Στο Μεσολόγγι ο Παλαμάς πέρασε τα κρίσιμα παιδικά και εφηβικά χρόνια του, γνώρισε από κοντά την φύση που τον γοήτευε είτε με την ήμερη ομορφιά της λιμνοθάλασσας είτε με την τραχιά όψη των γύρω ρουμελιώτικων βουνών, συγχρόνως όμως βίωσε έντονα και το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν που διατηρούσαν ακόμη ζωντανά στη μνήμη τους οι κάτοικοι της Ιεράς Πόλεως.

Το 1875 έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή, ύστερα όμως από το δεύτερο έτος εγκατέλειψε τις σπουδές του και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Ωστόσο η φοιτητική του ζωή, αν και σύντομη, τον έφερε σε επαφή με δύο συμφοιτητές του, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Νίκο Καμπά, που όπως και ο ίδιος αγαπούσαν με πάθος την ποίηση και ενδιαφέρονταν γι αυτήν περισσότερο από όσο για τις πανεπιστημιακές παραδόσεις.
Οι συζητήσεις τους είχαν ως μόνιμο θέμα την κατάσταση της ελληνικής ποίησης την εποχή εκείνη, όπου επικρατούσε ο ρομαντισμός και μεσουρανούσε ο Αχιλλέας Παράσχος, και έκλειναν με την ίδια πάντα διαπίστωση, διατυπωμένη από τον ίδιο τον Παλαμά: «Ποιητική κίνηση δεν υπήρχε στην Αθήνα. Η ποίηση τρισαθλία. Καιρός να σπαρθή μια κάποια νέα ποιητική ζωή, με άλλη σκέψη, με άλλη φόρμα». 

Και αυτό ακριβώς κατόρθωσε ο Παλαμάς. Με τα άρθρα του και τις κριτικές του, κυρίως όμως με την ποιητική του πράξη δημιούργησε μια βαθιά τομή στην πορεία της νεοελληνικής ποίησης και επηρέασε αποφασιστικά την εξέλιξή της.
Βγάζοντας την ποίησή μας από το αδιέξοδο όπου την είχαν οδηγήσει οι τελευταίοι εκπρόσωποι του αθηναϊκού ρομαντισμού, διηύρυνε το περιεχόμενο και τη θεματική της προς κάθε κατεύθυνση, καθιέρωσε τη χρήση της δημοτικής πριν από το Ταξίδι του Ψυχάρη και ανανέωσε ριζικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες που του πρόσφερε ολόκληρη η ελληνική λογοτεχνική παράδοση, από τον Όμηρο, τον Πίνδαρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό ως τον Σολωμό και τον Κάλβο, που ανακάλυψε και καθιέρωσε, και ως το δημοτικό μας τραγούδι.
Συγχρόνως πραγματοποιεί ένα τεράστιο άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης και επωφελείται από όσα είχαν κατακτήσει για λογαριασμό της ποίησης όλα τα σύγχρονά του λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης, ο Παρνασσισμός, ο Ρεαλισμός, ο Συμβολισμός. Αναδείχτηκε έτσι ο Παλαμάς σε θεμελιωτή, αρχηγό και αναγνωρισμένο δάσκαλο της Σχολής του 1880. Θα πρέπει να περιμένουμε ως το 1930 για να έχουμε ανάλογη ριζική αλλαγή στα ποιητικά μας πράγματα.

Ο Παλαμάς δεν είναι μόνον ο εθνικός ποιητής των σχολικών εορτών ούτε και ο λόγος του ταυτίζεται, όπως συχνά αλλά άστοχα λέγεται, με τον βερμπαλισμό και τη μεγαληγορία. Η λυρική ποίησή του με τους χαμηλόφωνους τόνους και μια επιγραμματική λιτότητα ύφους, η φιλοσοφούσα διάθεσή του και ο πανανθρώπινου και διαχρονικού ενδιαφέροντος στοχασμός του, ο καταλυτικός σατιρικός του λόγος που καυτηριάζει την παθολογία της νεοελληνικής κοινωνίας και τα αρνητικά σημεία της ψυχολογίας του νεοέλληνα, αλλά και η οξυδέρκεια του κριτικού του πνεύματος, η βαθιά θεωρητική του σκέψη για την φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας, η νηφαλιότητά του που του επέτρεψε να συνδυάσει στο έργο του μιαν αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα με το άνοιγμα προς την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ακόμη λογοτεχνία, είναι πλευρές της παλαμικής δημιουργίας και παρουσίας που αξίζει να μελετηθούν και να προβληθούν περισσότερο.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ύμνος των Αιώνων

Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.
Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,
Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,
Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,
Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα.
Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ' αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!

Ο Γκρεμιστής



Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης, 

ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. 

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, 

πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας. 

εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης· 

του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι

την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, 

κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα, 

παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.

Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια 
ξανάρχεται.
Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια. 

Είμ' ένα ανήμπορο παιδι που σκλαβωμένο το 'χει 

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι 

δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει 

το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει 

Μα τ ο τσεκούρι μοναχά στο χέρι σταν κρατήσω, 

και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο. 

Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι 

και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω, 

και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω;

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε 
γκρικάω,
βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!


Βραδινή Φωτιά


Θυμάσαι τη φτωχούλα την καλύβα στο πλούσιο δάσος, πέρα απ' το χωριό; 

Θυμάμαι την καλύβα τη φτωχούλα, σαν ξωκλήσι και σαν ασκηταριό.

Τον ασκητή θυμάσαι της καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)

Θυμάμαι. Ακόμα κλαίει μες στον αγέρα της φλογέρας του ο πόνος, μυστικός

Θυμάσαι τη χλωμή σωμένη του όψη και τ' αλαφροσκυμμένο του κορμί; 

Θυμάμαι κάτου απ' τα δασά του φρύδια τη σαγινεύτρα της ματιάς του ορμή. 

Θυμάσαι τη φωτιά στο πλούσιο δάσος, τη βραδινή φωτιά την ξαφνική; 

Θυμάμαι. Λάμια. Στάχτη και η καλύβα. Το πλούσιο δάσος πάει. Ώρα κακή.

Θυμάσαι; Τι ν' απόγινε; Κανένας δεν τον ξανάειδε πια τον ασκητή. 

Δεν ξέρω. Όμως απάνου απ' όλα ο νους μου της καλύβας τη θύμηση κρατεί,

γιατί στ' αποκαίδια της γερμένος ένας Έρωτας ξέγνοιαστα, σκληρά, 

τα βρεφικά του ζέσταινε τα χέρια και τ' αρχαγγελικά του τα φτερά.


Μια Πικρία



Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα
τα 'ζησα 
κοντά στ' ακρογιάλι

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, 

στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη. 

Και κάθε φορά που μπροστά μου
πρωτάνθιστη 
ζωούλα προβάλλει, 

και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα 

των πρώτω μου χρόνω κοντά στ' ακρογιάλι,

στενάζεις, καρδιά μου το ίδιο αναστένασμα:

Να ζούσα και πάλι 
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Μια μένα είν' η μοίρα μου, μια μένα είν' η χάρη μου, 
δε γνώρισα κι άλλη: 

μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη 

και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη. 

Και να! μες στον ύπνο μου την έφερε
τ' όνειρο 
κοντά μου και πάλι 
τη θάλασσα
εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

τη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη. 

Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε 
μια πίκρα μεγάλη, 

και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα

της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι! 

Ποιά τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου 
και ποιά ανεμοζάλη,

που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ' ακρογιάλι;

Μια πίκρα είν' αμίλητη, μια πίκρα είν' αξήγητη, 
μια πίκρα μεγάλη,

η πίκρα που είν' άσβηστη και μες στον παράδεισο

των πρώτω μας χρόνω κοντά στ' ακρογιάλι.

Ανατολή



Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, 
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, 
λυπητερά, 

πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας! 

Είναι χυμένη από τη μουσική σας 
και πάει με τα δικά σας τα φτερά. 

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει 
και βογκάει και βαριά μοσκοβολάει 
μια μάνα·
καίει το λάγνο της φιλί, 
κι είναι της Μοίρας λάτρισσα και τρέμει, 

ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι, 
η λαγγεμένη Ανατολή.

Mέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι, 
κι όλα σας, κι η χαρά σας μοιρολόι 

πικρό κι αργό· 
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης, 

στενόκαρδος, αδούλευτος, διαβάτης 
μ' εσάς κι εγώ.

Στο γιαλό που του φύγαν τα καΐκια, 
και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια, 

στ' όνειρο του πελάου και τ' ουρανού 
άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη, 

βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη, 
με τόσο νου, 

όσος φτάνει τα δέντρο για να στέκω, 

και καπνιστής με τον καπνό 
να πλέκω δαχτυλιδάκι γαλανά· 

και κάποτε το στόμα να σαλεύω, 

κι απάνω του να ξαναζωντανεύω 
τον καημό που βαριά σας τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.

Και μια φυλή ζη μέσα σας και λιώνει, 
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, 
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, 
λυπητερά.

ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Από πάνω από τα δέντρα το φεγγάρι
Αργοϋψώνεται και λάμπει, θεϊκή χάρη.
Από σας άπάνω, μαύρα σκιάχτρα, ω πόνοι,
Μιαν ελπίδα έτσι το φως της αργοϋψώνει.
Νύχτα μού έιν' η γνώμη, πίκρα και η καρδιά μου.
Μα σού φέγγει το φεγγάρι, κάμαρά μου,
Σε γιομίζει, και αναβρύζει, συντριβάνι
Δακρυοστάλαχτων αχτίδων, και σε κάνει
Και του μοιάζεις, και σε κάνει, κάμαρά μου,
Μυστικό ιερό κρεββάτι κάποιου γάμου.

ΥΣΤΕΡ' ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ



Σαν πεθάνω, σαν το κερί θα σβήσω,

Θα πάω με τα στοιχεία, μηδέν, αχνός ;

Σαν πεθάνω, σαν το κερί θα σβήσω ;

Κανένας ουρανός,
Κανένας ουρανός δε θα με πάρει Ἅδης
κανείς δε θα με καταπιεί ;

Κανένας ουρανός δε θα με πάρει ;

Του πόνου μου η πηγή
Θα χαθεί ;
Δε θα γίνει γαλαξίας ;

Δε θα σύρει των άστρων το χορό ;
Θα χαθεί ;
Δε θα γίνει γαλαξίας ;
Ολάσπρο ή πορφυρό

Το άστρο της ανυπόταχτης αγάπης

Τη βαθιά μου ανυπόταχτη ψυχή,

Το άστρο της ανυπόταχτης αγάπης

Πως ! Δε θα τη δεχτεί ;


ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ



Σου φέρνω απ' τη γαλάζια μου πατρίδα

Κι απ' τα φωτοσπαρμένα της τα μέρη,

Μιας μάγισσας δουλειά, μιαν αλυσίδα

Που ανθρώπου δε μπορεί να πλάσει χέρι.

Είδα τον ήλιο κι είδα κάθε αστέρι,

Μα να 'χουνε τη λάμψη της δεν είδα

Μονάχα σε σου πρέπει, αγνό της ταίρι

Αγάπη μου είσαι συ, καμαροφρύδα! 

Ρουμπίνια εδώ κι εκεί μαργαριτάρια

Την πλέκουν...από δάκρυα έχουν γίνει,

Όλο από δάκρυα τα μαργαριτάρια

Κι είναι από αίμα κάθε της ρουμπίνι 

Και το διαμάντι που σφιχτά τη δένει

Ο έρωτάς είναι, πολυαγαπημένη.

ΟΤΑΝ ΕΙΜΟΥΝΑ ΒΑΣΙΛΙΑΣ



Στην χώρα την ονειρευτή που ζούσα βασιλιάς,

Σ' αγνάντεψα βασίλισσα μπροστά μου να περνάς.

Μα πριν προφτάσω ίσα μ' εσέ να φτάσω, αλλοίμονό μου !

Σε χάσανε τα μάτια μου στο γύρισμα του δρόμου.

Και τότε των προγόνω μου πετώντας την πορφύρα,

Δάση, βουνά, ζητώντας σε, και κάθε στράτα πήρα,

Και ιερωμένους ρώτησα και μαντολόγων πλήθη.
΄
μερόνυχτα όλο σ' έκραζα. Κανείς δε μ' αποκρ'ιθη.

Για να μπορέσω πιο καλά να ψάξω απάνου, χάμου,

Γη κι ουρανό, την άφησα και την κληρονομιά μου,

Και τράβηξα προσκυνητής μακριά μακριά στα ξένα.

Και τώρα εγώ που, αφορισμένος, λείψανο, ρημάδι,

Του Χάρου διάτα καρτερώ να κατεβώ στον 'Αδη,

Σε ξαναβρίσκω. Πιο όμορφη σε ξαναβρίσκω, οϊμένα !




Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ



Η Αγάπη μας παιδούλα 
στα χρόνια

Του πάθους μας ακόμα δεν είδαν την τρεμούλα
τα' αηδόνια.

Η Αγάπη μας, παιδούλα μα να, στο πρόσωπό της

ούτε η δροσούλα της αυγής, ούτε η χαρά της νιότης.

Σαν να 'χουνε την όψη της αιώνες οργωμένη.

Κάτι άναρχο κι ατέλειωτο στο πρόσωπό της μένει

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ



Σου φέρνω απ' τη γαλάζια μου πατρίδα

Κι απ' τα φωτοσπαρμένα της τα μέρη,

Μιας μάγισσας δουλειά, μιαν αλυσίδα

Που ανθρώπου δε μπορεί να πλάσει χέρι.

Είδα τον ήλιο κι είδα κάθε αστέρι,

Μα να 'χουνε τη λάμψη της δεν είδα

Μονάχα σε σου πρέπει, αγνό της ταίρι

Αγάπη μου είσαι συ, καμαροφρύδα!

Ρουμπίνια εδώ κι εκεί μαργαριτάρια

Την πλέκουν...από δάκρυα έχουν γίνει,

Όλο από δάκρυα τα μαργαριτάρια

Κι είναι από αίμα κάθε της ρουμπίνι

Και το διαμάντι που σφιχτά τη δένει

Ο έρωτάς είναι, πολυαγαπημένη.


Ο Διγενής κι ο Χάροντας



Καβάλλα πάει ο Χάροντας
τον Διγενή στον 'Αδη,

κι άλλους μαζί...Κλαίει δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια,

της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι
ο
Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη

«Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια.

Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Εγώ είμαι η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων,

στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
 μονάχα ξαποσταίνω,

στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Παλαμάς Κ., Ο δωδεκάλογος του γύφτου, Αθήνα, Ελληνική Εκδοτική Εταιρία, 1956. 

Παλαμάς Κ., 'Ιαμβοι και Ανάπαιστοι, Αθήνα, Εκδότης Μιχαήλ Σ. Ζηκάκης, 1920.

Παλαμάς Κ., Ξανατονισμένη Μουσική, Αθήνα, Εστία, 1930.

Παλαμάς Κ., Ο Τάφος, Αθήνα, Εστία, 1911.

Παλαμάς Κ., Ο Ύμνος της Αθηνάς και τα Μάτια της Ψυχής μου..., Αθήνα, Εκδόσεις Μιχαήλ Σ, Ζηκάκη, 1920.

Παλαμάς Κ., Η φλογέρα του βασιλιά με την ηρωική τριλογία, Αθήνα, Εκδόσεις Εστία, 1920.



 

WebCounter.com
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Top WordPress Themes